Για την Καλλιθέα του Φοίβου Δεληβοριά

του Δημήτρη Καράμπελα

KALLITHEA-CD-WEB

 Καλλιθέα, Inner Ear (2015)

 

Διαμερισμένη σε ψηφιακά bits, μαζικές κοινοποιήσεις και ψυχαναγκαστικές μεταφορτώσεις –και αναζητώντας την χαμένη της αθωότητα και πληρότητα–, η ακρόαση ενός δίσκου ανήκει πλέον, τουλάχιστον για το μεταμοντέρνο (ή όπως αλλιώς λέγεται πλέον) Zeitgeist, περισσότερο σε έναν μυθικό χρόνο, παρά στο ασυνεχές παρόν. Αλλά τότε, τι θα μπορούσε να σημάνει –για τους παλιομοδίτες, τους χίπστερ ή απλά τους αποσυρμένους από την ενεργό δράση σημερινούς ακροατές– η Καλλιθέα του Φοίβου Δεληβοριά (Inner Ear, 2015) – δέκα καινούργια ομόκεντρα τραγούδια του, τα οποία αποτελούν, σαν ένα καλειδοσκοπικό concept album της δεκαετίας του 1970, μια ολοκληρωμένη και οργανική ενότητα; Και πώς θα μπορούσε να αντηχήσει μέσα μας μια υπνωτιστική μουσική αλληλοδιαδοχή βιωμάτων, τα οποία μετεωρίζονται στο μεταίχμιο παρελθόντος και παρόντος, παγιδευμένα στο ανεπίστρεπτο της ενηλικίωσης.

Κι ακόμα, για ποιαν ενηλικίωση πρόκειται, την στιγμή που ο Φοίβος είχε υπάρξει, ούτως ή άλλως, προικισμένος με τα δώρα μίας πρόωρης ωρίμανσης –κυκλοφορώντας την Παρέλαση στα δεκάξι του, τη Ζωή Μόνον Έτσι Είν’ Ωραία στα εικοσιδύο, έχοντας συνεργαστεί ώς τα εικοσιτρία του και με τον Χατζιδάκι και με τον Σαββόπουλο, για να εξελιχθεί, από το Χάλια ώς το Έξω, σε έναν χαρισματικό poète-chansonnier του αστικού ρομαντισμού και του άφοβου χιούμορ, της ανεξίθρησκης μείξης των μουσικών μορφών και μίας ακριβούς ποιητικής μελαγχολίας; Και –το σημαντικότερο– την στιγμή που η εγγενής αυτή ωριμότητα αποτελούσε έναν μόνιμο εσωτερικό συνομιλητή του: μία διακριτή φωνή μέσα στα ίδια τα τραγούδια, πηγή τόσο έμπνευσης όσο και ευθύνης, η οποία απηύθυνε διαρκώς μια ζωτική πρόσκληση για κοινωνία με το ‘έξω’ από αυτήν;

                                Όταν λοιπόν την πρωτοείδε, ένιωσε πόσο ήτανε ξένος

                                Την αχρηστία των μαρμάρων και των γλυκών συγχορδιών

                                Τα ρούχα του και τα μαλλιά του μοιάζαν μιας άλλης ηλικίας

                                Ήταν κάποιος περασμένος κι αυτή ήταν τ’ άγνωστο παρόν.

                                                                         (Το Μέλλον απ’ το Παρελθόν)

Στους στίχους αυτούς, η αμφιθυμία απέναντι στην ‘ενήλικη’ ταυτότητα η οποία κυοφορούσε ‘τα γραπτά του’ –τα ‘μάρμαρα’ και οι ‘γλυκές συγχορδίες’, το ‘έμμετρο παρελθόν’ μας και τα ‘ελληνικά’ μας ‘ψηφία’– είναι εμφανής – όπως και το δημιουργικό βάθος της, και η πηγαία πίστη του τραγουδοποιού ότι ακριβώς το ‘Μέλλον’ έρχεται από το ‘Παρελθόν’: από ένα πνευματικό θησαυροφυλάκιο, όπου ενοράσεις της ομορφιάς –οδηγημένες απ’ τις ‘θείες φωνές’ που μας μύησαν στο άδυτο της τέχνης (‘Ο Καθρέφτης’)– καλούνται να γονιμοποιήσουν το εκάστοτε ‘άγνωστο’ παρόν. Σε αυτή την ήδη πραγματωμένη ενηλικίωση οφείλει ο Φοίβος την περιδίνησή του στο αίνιγμα της δημιουργίας (‘Δεν ξέρω τι είναι’)∙ την καυστική περιδιάβαση στο αθηναϊκό life style (‘Ένας σκύλος στο Κολωνάκι’)∙ την σύζευξη ενός διάφανου λυρισμού και της ματαίωσής του (‘Το Καλοκαίρι θα ’ρθει’)∙ την τελετουργική καταγραφή, το 2007, της θανάσιμης απόστασης ανάμεσα στο πολιτικό και κοινωνικό φαίνεσθαι και στο πυρακτωμένο, βουβό είναι, η οποία θα γεννούσε, λίγο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2008 και τις διαδοχικές κρίσεις που ακολούθησαν (‘Λέξεις’). Ο ώριμος αυτός εαυτός είχε κερδίσει τις οιδιποδειακές μάχες του, είχε ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με την πολιτική μυθολογία της γενιάς των γονιών του (‘Επέτειος’, ‘Φώτης’) – είχε αντέξει ακόμα και τον θάνατο του κόσμου της μουσικής όπως τον είχε γνωρίσει (‘Δισκογραφική’). Είχε απομυθοποιήσει την παιδική του ηλικία (‘Χριστούγεννα’) και είχε αναπολήσει τις διαβατήριες τελετές και τα απόκρυφα είδωλα της εφηβείας του (‘Όμορφη πόρτα’, ‘Κ-13’) – ή τα είχε επαναφέρει στην ζωή, τραγουδώντας με τον Θανάση Βέγγο στο ‘Το ’πα το ’κανα’, και σκηνοθετώντας την νοσταλγία τους στις τόσο ευρηματικές και πάντοτε συμβολικά φορτισμένες παραστάσεις του.

Οπότε – τι αλλάζει με την Καλλιθέα; Για ποιον λόγο τα τραγούδια της έρχονται να μας αγγίξουν με έναν τόσο απρόσμενο, ηττημένο αλλά ανυποχώρητο τρόπο;

Ήδη στον Αόρατο Άνθρωπο (2010) – έναν δίσκο μονοθεματικό για τον έρωτα και τον χωρισμό, σαν το ‘Blood on the Tracks’ – ο πνευματικός αυτός εαυτός παραχωρούσε για πρώτη φορά τον λόγο σε ένα εγώ τραυματισμένο από την απώλεια, αναστέλλοντας την προστασία του – αφήνοντάς το, μουσικά και στιχουργικά, μόνο, και επιτρέποντάς του να αποστάξει το ουσιώδες σε μετέωρες λυρικές αφαιρέσεις (‘Το σκοτάδι των δύο’, ‘Η άλλη καρδιά’, ‘Το φεγγάρι αυτό’…). Απορροφημένος απ’ το πένθος και καταγράφοντάς το με αφοπλιστική απλότητα, ο ‘Αόρατος Άνθρωπος’ άφηνε, ωστόσο, εκκρεμή τον μυθικό εαυτό του Φοίβου – να περιμένει, στο καθαρτήριο της τέχνης, την ετυμηγορία μιας ηλικίας που ανέτειλε διαφορετική από τις προηγούμενες.

Γιατί η Καλλιθέα είναι η μουσική ανάπτυξη της στιγμής που επήλθε, και για τον Φοίβο, όπως πάντοτε έρχεται, το σχίσμα ανάμεσα στην προσωπική και την πνευματική ζωή. Της στιγμής όπου οι κληροδοτημένοι μύθοι με τους οποίους μεγαλώνει κανείς (και τους οποίους μπορεί να φέρει ακόμα και το όνομά του), ή τους οποίους δημιουργεί ο ίδιος μεγαλώνοντας –και μαζί η παιδική του ηλικία και ο μικρόκοσμός της, οι ήρωες και τα φαντάσματά της– αποκαλύπτονται προσωρινά και αδύναμα μπροστά στην αμφίσημη νομοτέλεια του χρόνου. Πρόκειται για μιαν αναπόφευκτη στιγμή, που ακόμα και οι πιο εμπνευσμένοι δημιουργοί φοβούνται ενδόμυχα ότι θα τους στερήσει την κινητήρια δύναμη του έργου τους ή θα τους βυθίσει ανεπιστρεπτί σε μια πραγματικότητα την οποία είχαν προ πολλού αρνηθεί – και συνεπώς επιστρατεύουν στρατηγικές ήπιας αποφυγής της, αναβάλλοντάς την, ή ιδεολογικοποιώντας τους μύθους τους, ή μετατρέποντάς τους σε φετίχ, επιλέγοντας, στο τέλος, ακόμα και την οριστική απόσυρση. Αν λοιπόν δεν μας αρκεί κάποιου τύπου νεοσχολαστική μέτρηση των ‘έντεχνων’ ή των ‘εναλλακτικών’ αντισωμάτων της Καλλιθέας, ή μια βιαστική απονομή αστεριών, εν μέσω της τυφλής ροής των χριστουγεννιάτικων κυκλοφοριών – μπορούμε να υποδεχθούμε έναν δίσκο ο οποίος βρίσκει το θάρρος να αποδεχθεί ότι η στιγμή αυτή έχει έρθει – και αποφασίζει να την κατοικήσει, να την εξερευνήσει, να την διαστείλει σε δέκα τραγούδια (συν τρία πειραματικά ορχηστρικά και μια επανεκτέλεση της ‘Κικής’), με μια ποίηση που δεν συγχωρεί, με πικρό χιούμορ και αμείλικτη νοσταλγία, με πειραγμένες μελωδίες ανασυρμένες από έναν αλλόκοσμο χορό μεταμφιεσμένων.

Στην Καλλιθέα, ο Δεληβοριάς ξεκλειδώνει το άδειο πατρικό του και περιπλανιέται στην παλιά του γειτονιά (‘Ο Ξένος’), στην δεκαετία του 1980 και τα ινδάλματά της, με το βλέμμα ενός καθημερινού σαραντάχρονου Ορφέα, ο οποίος κατεβαίνει σ’ έναν παράδοξο Άδη, στην αποθήκη ενός απελθόντος παραδείσου – και αφουγκράζεται την ‘ερημιά’ του (‘Ερημιά στην Καλλιθέα’). Η Καλλιθέα του δεν είναι ένα άδειο σημαίνον –το αυτοαναφορικό παιχνίδι μιας λέξης που συνειδητά δεν συνδέεται με τίποτα πέρα από τον εαυτό της– αλλά ο σωματικός χωροχρόνος των πραγματικών του δεσμών και της ζωντανής του μνήμης –τον οποίον ο Φοίβος κοιτάζει με μιαν όραση διπλή, ταυτόχρονα ως παιδί και ως ενήλικος– δημιουργώντας έτσι και μια Καλλιθέα διπλή, εκείνη των παιδικών του χρόνων και εκείνη του σήμερα – ‘Ίδιο μέρος, άλλη ζωή’ (‘Πού να είσαι τώρα εσύ’). Το σχίσμα ανάμεσα στους δύο εαυτούς και στις δύο γειτονιές γίνεται το λίκνο μιας μελαγχολίας η οποία δεν μπορεί να εξαγοραστεί, όπως παλιότερα, από την επίκληση ενός ‘προορισμού’ ομορφιάς ή από τις μηχανής θεές που εμφανίζονταν στην τελευταία στροφή των τραγουδιών του (‘Προορισμός’, ‘Καθρέφτης’, κ.λπ.): τώρα ‘τ’ όνομά της ακόμα είναι γραμμένο στο κουδούνι μα εγώ δεν το πάτησα’ (‘Ο Ξένος’). Και δημιουργεί, επίσης, την ανάγκη να διανυθεί η συναισθηματική διαδρομή μιας ‘άλλης’ ενηλικίωσης –την στιγμή που τα μεγάλα ερωτήματα είχαν όχι μόνον τεθεί αλλά και επιλυθεί στην νεότητα– σαν ένας ήδη ενήλικος να ενηλικιώνεται για δεύτερη φορά. Διαψεύδοντας την κοινοτοπία πως οι σημαντικοί δημιουργοί γράφουν πάντοτε το ίδιο ποίημα ή γυρίζουν την ίδια ταινία, και εμπιστευόμενος τις καταστατικές αντιφάσεις μας, ο Φοίβος παραμένει ο ίδιος, εγκαινιάζοντας με τον δίσκο αυτό μία δεύτερη, απρόβλεπτη ζωή.

Στην Καλλιθέα η πνευματική καταγωγή και γενεαλογία του ποιητικού του εαυτού –η γενιά του 1930 και ο Αττίκ, ο Χατζιδάκις και ο Λογοθετίδης, ο Ελύτης και η Κάλλας, ο Ζαμπέτας και η ‘Έλεύθερη Σκηνή’­– εμφανίζεται εξαρχής ‘νεκρή’ – και ο ίδιος, ως ο νόθος γιος μιας μυθικής εποχής στην οποία δεν πρόλαβε να συμμετάσχει:

                                                Πατέρα παίρνουν τηλέφωνο

                                                Λένε πως, πατέρα, είσαι νεκρός

                                                Κι εγώ γυρίζω στο σπίτι με τα πόδια

                                                Είμαι ο μπάσταρδος γιος.

– αλλά και δεν πρόλαβε ούτε να ολοκληρώσει: ‘μες στο σώμα μου κλαίει το παλιό σώμα / Του ανολοκλήρωτου χθες’. Η βαθειά πίστη του Φοίβου σε μια δεύτερη, κρυφή πραγματικότητα, που υπάρχει ‘κάτω απ’ τα πράγματα σαν πάτωμα ηλεκτρισμένο’ (‘Λέξεις’) –ή ‘στα υπόγεια της μουσικής’, σε μια ‘χώρα που δεν έχει φτάσει ποτέ κανείς’ (‘Η Πέρα Χώρα’)– αλλάζει – καθώς η ‘χώρα’ αυτή αναγνωρίζεται μεν στο έργο των προπατόρων του, αλλά σαν ένα ‘χθες’ ανοιχτό, που ‘κλαίει’ ακόμα μέσα στο δικό μας σώμα, γιατί και ποτέ δεν γεννήθηκε στ’ αλήθεια από εμάς – και για εμάς:

                                                Κάτω απ' την άσφαλτο καίει το παλιό χώμα

                                                Και οι ανοιγμένες στοές

                                                Και μες στο σώμα μου κλαίει το μικρό σώμα

                                                Του ακόμα αγέννητου χθες.

                                                                                (Ο μπάσταρδος γιος)

Κι ύστερα ακολουθούν άλλα σχίσματα και άλλα ‘κλάματα’ – η διαψευσμένη υπόσχεση μιας μικροαστικής ευτυχίας κρεμασμένης στα μανταλάκια ενός περιπτέρου, παγιδευμένης αιώνια στις πίστες του πάκμαν (‘Το περίπτερο’) – η θλίψη μιας γειτονιάς που μεταλλάσσεται χωρίς να το θέλει και χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, και μάλιστα ‘στο όνομα του νόμου’ – το ‘κλάμα’ των εφηβικών του ειδώλων, κατοίκων μιας Καλλιθέας των θερινών σινεμά και των εξωφύλλων της ‘Μανίνας’ (ο Σταλόνε, ο Γαρδέλης, ο Ραλφ Μάτσιο), την στιγμή που τα αποχωρίζεται, σ’ ένα μεταιχμιακό μεσημέρι της ζωής. Πότε έχουμε ξανακούσει μια τέτοια συμπύκνωση συναισθημάτων, ονείρων και ταυτίσεων – μία φωνή που είναι ταυτόχρονα και σαράντα δύο και δεκατεσσάρων χρονών, και πάλλεται από το ρίγος του Ευρωμπάσκετ του 1987, την γεύση της παροδικότητας όλων των πραγμάτων, το κάλεσμα της Μούσας και τα πυρετώδη όνειρα της εφηβείας της;

                                                «Τι ζητάς στην Καλλιθέα;»

                                                Ρωτάει το αηδόνι που παλιά σε συνόδευε

                                                Η ζωή απλώς κινείται τυχαία

                                                Σου είπε «για πάντα», μα όπως πάντα κορόιδευε

                                                Ανεβαίνω στην ταράτσα που καίει

                                                Πετάω την μπάλα που κρατούσα στο διάστημα

                                                Και ο Γκάλης που μέσα μου κλαίει

                                                «Φεύγω», λέει...

                                                                                 (Ερημιά στην Καλλιθέα)

Πότε μας έχει δηλητηριάσει ξανά, με τέτοια υπόκωφη ένταση, η υποψία ότι το παρελθόν μπορεί να μην υπήρξε στ’ αλήθεια – κι ότι η παιδική μας ηλικία δεν ήταν παρά ένας τρόπος να κρυφτεί ένας άναρθρος πόνος, τον οποίον αδυνατούν να πνίξουν οι κοινωνικές τελετουργίες και συμβάσεις;

                                Στην μπανιέρα μου ένας μικρόσωμος πόνος περιμένει αβάφτιστος.

                                                                                                   (Ο ξένος)

Είναι ακριβώς αυτός ο καρυωτατικός αλλά και –με έναν ορισμένο τρόπο– μπητλικός (τι συνδυασμός!) πόνος, ο οποίος διαχέεται στα δύο κεντρικότερα, ίσως, τραγούδια της Καλλιθέας – δύο μακρές ελεγείες όπου το προσωπικό, κοινωνικό και ιστορικό αναπόδραστο συμπλέκονται τόσο αξεδιάλυτα, ώστε στο τέλος το πένθος για το ένα να γίνεται και πένθος για το άλλο. Στο ‘Knight Riders’, το σχίσμα αφορά δύο παλιούς συμμαθητές, οι οποίοι είχαν υπάρξει ο ένας ο μύθος του άλλου – με τις ασύμπτωτες και μοναχικές τροχιές τους να συνδέονται στο κοινό όνειρο μιας φανταστικής απόδρασης:

                                               

                                                Πρώτη Δημοτικού γνωριστήκαμε

                                                Οι γονείς μας ψηφίζαν ανάποδα

                                                Άλλο πίστευα εγώ για τον κόσμο

                                                Άλλος κόσμος ξυπνούσε στο σπίτι σου

                                                (…)

                                                Κάθε βράδυ κοιτούσαμε από άλλη τηλεόραση

                                                Το ίδιο αυτοκίνητο

                                                Που μιλούσε μ’ ανθρώπου φωνή

                                                Και πετούσε πάνω απ’ τα οδοφράγματα.

– όνειρο που εκβάλλει σήμερα, στην εξίσου κοινή αδυνατότητά τους να μεγαλώσουν σε ένα διαφορετικό μέλλον:

                                                Σε ξανάδα προχτές σε μια βάφτιση

                                                Γύρω γύρω μαμάδες μπουσούλαγαν

                                                Ήσουν άλλος, μιλούσες

                                                σα να ζητάς πνευματικά δικαιώματα

                                                Είπαμε δυο-τρεις λέξεις για κόμματα

                                                Είπαμε δυο-τρεις λέξεις για τράπεζες

                                                Στο προαύλιο έβρεχε λίγο

                                                Τα κουφέτα είχαν γεύση παράξενη.

Στο ‘Διονύσιος-Φοίβος’, το σχίσμα είναι εκεί εξ αρχής –στο διπλό όνομα που φέρει ο τραγουδοποιός και στο συμβολικό του φορτίο– στην μυθολογία και στις προσδοκίες που συνοδεύουν μιαν ακούσια ονοματοδοσία, και στις ταυτίσεις που είχε, με την σειρά της, κι εκείνη ξυπνήσει. Και πάλι – πότε έχουμε ξανακούσει μια τόσο φυσική συμπλοκή του μύθου και της πραγματικότητας που μας συνιστούν– της μικροαστικής μιζέριας και της αρχέγονης ουτοπίας, της λειτουργίας της υιότητας και της καταγωγής ενός δημιουργικού εαυτού;

                                                 Με βαφτίσαν Απόλλωνα

                                                 Με βαφτίσανε Διόνυσο                        

                                                 Το ’να πόδι στο Ιόνιο Τ’ άλλο στην Πελοπόννησο

                                                 Ο μπαμπάς μου ήταν ναύκληρος

                                                 Η μητέρα μου μάγισσα

                                                 Γνωριστήκαν και του’ κλεψε τη φωνή

                                                 Πήραν κρεβατοκάμαρα Και να γίνω δεν άργησα

                                                (…)

                                                Κάποια μέρα μου αγόρασαν

                                                Μία λύρα μια φόρμιγγα

                                                Και μιλούσα με μια κλεμμένη φωνή.

– συναντώντας, στα βάθη του διχασμού, το ανεξήγητο της διαδοχής των γενεών, δηλαδή της ζωής και του θανάτου:

                                                Κι από τότε περάσανε Τόσοι αιώνες που ξέχασα

                                                Μένω πια στα προάστια Και τη λύρα μου έχασα

                                                Κάθε μέρα ένας άνθρωπος

                                                κατεβαίνει στην άβυσσο

                                                κάθε μέρα γεννιέται ένα παιδί.

Και είναι αυτό το δίπολο ζωής και θανάτου το οποίο τελικά αναπαρίσταται, πρώτα σ’ έναν εσωτερικό μονόλογο του Φοίβου για τον πραγματικό θάνατο ενός συνομήλικου φίλου (‘Θα σε ξαναδώ’) – κι έπειτα σε ένα παιδικό τραγούδι γραμμένο, από την θέση ενός πατέρα, για την κόρη του (‘Κουνελάκι’) – στο οποίο ολόκληρη η εμπειρία της Καλλιθέας επιστρέφει καθησυχασμένη: ο πόνος για την ανολοκλήρωτη παιδικότητα αλλάζει στο: ‘παιδικό σκοτάδι που ’χα’ – όπως και το αναπόδραστο του χρόνου παύει να είναι βραχνάς και γίνεται μια κίνηση ‘συγχώρεσης’ της ζωής: ‘…συγχώρα τη ζωή / Που ’χει κάτι βιαστικό, που δεν κοιτάει ποτέ της πίσω / Κι όταν θέλεις, φώναξέ μου να ξυπνήσω’…

Η Καλλιθέα κυκλοφορεί σε μια στιγμή αμφιλεγόμενη για την επιβίωση του βιωμένου παρελθόντος μας και της ζωντανής μνήμης μας – τα οποία συκοφαντούνται και στερούνται πλέον τον λόγο, χάριν ενός φαντασιωτικού, τόσο ‘εκσυγχρονιστικού’ όσο και ‘ριζοσπαστικού’ μέλλοντος. Αν και είχε υπάρξει κάποτε ένας από τους κύριους αγωγούς της συνέχειας των συναισθημάτων μας, το ελληνικό τραγούδι στέκει πολλαπλά αμήχανο μπροστά στην βολική τους απώθηση. Το πνευματικό του κεφάλαιο ούτε κληροδοτείται ούτε μελετάται ούτε παρωδείται – υποχρεώνεται σε μία φτηνή ανακύκλωση στις πλαστικές συσκευασίες των εφημερίδων, προσποιείται την λούπα, βαλσαμώνεται σ’ ένα μπιτάτο χανγκόβερ της νεότητας του λαϊκού τραγουδιού, διασκευάζει τον εαυτό του σε μιαν αιώνια επιστροφή του παρελθόντος – χωρίς, παραδόξως, καν να εξαντλείται. Με τα καινούργια του τραγούδια, ο Φοίβος Δεληβοριάς δεν διευρύνει μόνον τα όρια του τι σημαίνει να είσαι ένας αληθινός ευρωπαίος τραγουδοποιός –στην ίδια οικογένεια με τον Μπρασένς και τον Μόρισεϊ, τον Νιλ Χάνον και τον Ντέιμον Άλμπαρν– μιλώντας για το απολύτως πραγματικό της εγχώριας ζωής και των προσωπικών, και συχνά ματαιωμένων ή ανέφικτων, δεσμών της. Αλλά αναλαμβάνει και την ποιητική ευθύνη να το εκφράσει, και να το αποχωριστεί κιόλας, υποδεικνύοντας την αλογόκριτη και θαρραλέα μνήμη ως τον μοναδικό τρόπο να διεκδικήσει κανείς το δικό του παρόν. Γιατί η Καλλιθέα –ακόμα και σε αυτήν την στοιχειώδη, πρώτη της ακρόαση– μας θυμίζει ότι το παρόν δεν μας ανήκει, ούτε μας οφείλει, ούτε προσφέρεται προς χειραγώγηση και εκμετάλλευση – είναι ένα προνόμιο το οποίο κατακτά όποιος αφεθεί να αισθανθεί την πρωταρχική έλλειψη στην καρδιά της ζωής, και αποφασίσει να μιλήσει γι’ αυτήν.

Επιστροφή Επάνω