Ἐξομολόγηση ἑνὸς ποιητῆ

του Maurice Maeterlinck

George Minne - Reading Woman 1895

George Minne - Reading Woman (1895)

 

Θέλω ν’ ἀπαντήσω ὅσο καλύτερα μπορῶ στὶς ἐρωτήσεις ποὺ μοῦ κάνατε. Ὁμολογῶ πὼς μὲ φέρνουν σὲ κάποια ἀμηχανία γιατὶ ἀγγίζουν πράγματα βαθιά, συγκεχυμένα καὶ σοβαρά, μὲ τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν ἤθελα νὰ ἀναμετρηθῶ εὐθέως, κι ἐσεῖς μὲ ἀναγκάζετε νὰ καταδυθῶ –ψηλαφητά– σὲ ὑπόγεια ἴσως ἐπικίνδυνα γιὰ μένα, ὅπου τὸ φτωχὸ φῶς ποὺ θαρρῶ πὼς κομίζω ἐκεικάτω κινδυνεύει νὰ τρεμουλιάσει ἀλλόκοτα στὶς πιὸ ζοφερὲς γωνιές, παραδομένο σὲ δίνες ἀπὸ ἄγνωστα σκοτάδια.

Εἶναι δύσκολο, δεδομένου ὅτι ὑπάρχει καὶ μιὰ μικρὴ ἐπικάλυψη, ν’ ἀπαντήσω αὐστηρὰ καὶ ξεχωριστὰ σὲ κάθε μιὰ ἀπ’ τὶς ἐρωτήσεις ποὺ μοῦ θέσατε χωρὶς νὰ διακινδυνεύσω πολλὲς ἐπαναλήψεις· συγχωρέστε με λοιπὸν ἂν ποῦ καὶ ποῦ οἱ ἀπαντήσεις συγχέονται κατά τι περισσότερο ἀπ’ τὸ ἐπιτρεπτό.

Ἂν ἐξαιρέσω τὸ ἔνστικτο ποὺ μὲ σπρώχνει –κι ἴσως θὰ μπορούσαμε ἐδῶ νὰ ποῦμε πὼς τὸ ἔνστικτο εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν γενικὴ ἰδέα, ποὺ ὅμως δὲν ἔχει διατυπωθεῖ ἢ δὲν μπορεῖ νὰ διατυπωθεῖ– ἂν ἐξαιρέσω λοιπὸν τὸ ἔνστικτο ποὺ μὲ σπρώχνει πρὸς τὰ ’κεῖ, δὲν ἔχω σχετικὰ μὲ τὴν τέχνη καὶ τὶς λειτουργίες της καμμιὰ γενικὴ ἰδέα ποὺ νὰ δικαιοῦμαι νὰ πιστέψω γιὰ δική μου. Ἐκεῖ βρίσκεται ἕνα ἀπ’ τὰ μπουντρούμια τοῦ μυαλοῦ μου τοῦ ὁποίου τὸ κατώφλι καθόλου δὲν ἐπιθυμῶ νὰ περάσω, καὶ κάθε φορὰ ποὺ τὸ διακινδυνεύω ἐπιστρέφω ἀπελπισμένος καὶ τρομοκρατημένος γιὰ καιρό, θυμούμενος τὶς ὑπερβολικὰ ἐμβρυώδεις ἀποικίες ποὺ διέκρινα ἐκεικάτω. Ὑπάρχει ἐκεῖ κάποιο μυστήριο, πιθανῶς ἀνεπίλυτο ὅσο κι ἐκεῖνο τῆς μοίρας μας, καὶ περιμένοντας κατιτὶ καλύτερο, κλείνω τὰ μάτια καρτερικά καὶ παραδίνομαι στὴ σκοτεινὴ ὁρμὴ μιᾶς ἐσώτερης δύναμης ποὺ μᾶλλον δὲν θὰ γνωρίσω ποτέ.

Ἀκόμα λιγότερο ἐπιθυμῶ νὰ ἐξετάσω τὸ ἐρώτημα ἀπὸ μιὰ πλευρὰ πιὸ ἐξωτερική, ἂν θέλετε, καὶ νὰ ἐκτραπῶ πρὸς τὶς παλιὲς καὶ λίαν ἄγονες περιοχὲς τῶν αἰσθητικῶν θεωριῶν· ὅλα τὰ μονοπάτια συγκλίνουν ὁλοφάνερα πρὸς τοὺς ἴδιους πανάρχαιους λογοτεχνικοὺς στάβλους τοῦ Αὐγεία, μέσα σὲ δάση δίχως ξέφωτα οὔτε ὁδηγητικὰ ἄστρα. Στὸ βάθος ἔχω γιὰ τὴν τέχνη μιὰ ἰδέα τόσο ὑψηλὴ ὥστε τὴν ταυτίζω μ’ ἐκείνη τὴ θάλασσα μυστηρίων ποὺ κουβαλᾶμε μέσα μας. Πιστεύω πὼς ἡ τέχνη πρέπει νά ’ναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅ,τι εἶναι ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν Θεό· – καὶ πιθανῶς κι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς κάπου-κάπου δυσκολεύεται νὰ καταλάβει τὸν ἄνθρωπο. Ἂν ὅμως ἐξετάσουμε τὴ λιγότερο σκοτεινὴ πλευρὰ τῶν πραγμάτων, μοῦ φαίνεται πὼς [ἡ τέχνη] εἶναι ἡ μόνη ἀτμόσφαιρα ὅπου μιὰ ψυχὴ μπορεὶ ν’ ἀναπτυχθεῖ μὲ τρόπο ὁρατὸ καὶ φυσικὸ στὶς μέρες μας· κι ὅπως βεβαιώνει ὁ θαυμαστὸς Carlyle, ἡ μοναδικὴ μορφὴ ἡρωισμοῦ ποὺ μᾶς ἔχει ἀπομείνει.

Δὲν ἔχω λοιπὸν κάποιο ἄλλο ἄστρο μαζί μου, παρὰ μονάχα ἕνα φτωχὸ μικρὸ ἐσωτερικὸ νεφέλωμα ποὺ τρεμουλιάζει ἀσταμάτητα στὸ βάθος τῶν ἀχανῶν σκοταδιῶν· ἄσβεστο παρ’ ὅλα αὐτά. Δὲν ξέρω ποῦ πηγαίνω οὔτε θέλω νὰ τὸ μάθω· κι αὐτὴ ἴσως εἶναι ἡ ψυχικὴ κατάσταση τῶν καλύτερων ἀνάμεσά μας. Νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερο νὰ μὴν γνωρίζεις τόσο πολὺ τὸν ἑαυτό σου καὶ δὲν ζηλεύω ἐκείνους ποὺ διαβαίνουν τὸν ἑαυτό τους μὲ εὐχέρεια. Τρέφω πάνω ἀπ’ ὅλα τεράστιο θαυμασμὸ γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ποὺ μένουν ἀνέκφραστα μέσα σὲ μιὰν ὕπαρξη, γιὰ ὅλα ὅσα σωπαίνουν μέσα σ’ ἕνα πνεῦμα, γιὰ ὅλα ὅσα δὲν ἔχουν φωνὴ μέσα σὲ μιὰ ψυχή, καὶ συμπονῶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔχει σκοτάδια μέσα του.

Ὕστερα θέλετε νὰ μάθετε μὲ ποιὸν τρόπο καταλαβαίνω τὴ δική μου τέχνη· ἀλλὰ κι ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ μὲ συγχωρέσετε γιὰ τὶς πολλὲς ὑπεκφυγές μου. Ἀπὸ τὸ λίγο παραπλανητικὸ παράδειγμα τοῦ Ἔντγκαρ Πόου καὶ μετά, φαίνεται ὅτι πολλοὶ καλλιτέχνες ἀρέσκονται νὰ πείθουν τὸν ἑαυτό τους πὼς ἔχουν συνείδηση [τῆς τέχνης τους]· πὼς ἡ τέχνη τους εἶναι προμελετημένη, πὼς ἔκαναν τὸ γύρο της μιὰ γιὰ πάντα, πὼς ἀγκάλιασαν μ’ ἕνα βλέμμα ὁριστικὸ τὰ πεδία τῆς ἐμπειρίας τους κι εἶδαν ἐκεῖ ὅλους τους τρόπους. Ἐργάζονται στὸ κέντρο ἑνὸς συστήματος πολύχρωμων καὶ σοφῶν ἀποστακτήρων, ὅπου ὁ φωτισμὸς εἶναι ρυθμισμένος μὲ γνώση καὶ ἡ φωτιὰ καίει σὲ μια γωνιὰ φυλαγμένη μὲ προσοχή. Καυχῶνται ὅτι μποροῦν νὰ λένε μὲ ἀκρίβεια τί θέλουν καὶ ποῦ πηγαίνουν· ὅμως νομίζω πὼς ἐδῶ ἡ συνείδηση ἀποτελεῖ ἔνδειξη ψέματος καὶ θανάτου. Νομίζω πὼς μονάχα ὅ,τι ἔρχεται ἀπὸ τὰ πιὸ ἄγνωστα καὶ πιὸ μυστικὰ βάθη τοῦ ἀνθρώπου ἀναβλύζει απὸ τὴ μοναδικὴ νόμιμη πηγή του. Καὶ νομίζω πὼς κάποτε, δὲν ἦταν ἡ ἱερὴ ράβδος τοῦ Μωυσῆ ποὺ χτύπησε τὸν μυστηριώδη βράχο μὲς στὶς ἐρήμους τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ ἡ μοχθηρὴ ράβδος τοῦ ἀκατονόμαστου. Παραβάλλω στὴν ἀλχημεία τοῦ νοῦ τὴν ἀλχημεία τῆς νύχτας· καὶ ἡ τροχιὰ τῶν ἄστρων μοῦ φαίνεται λιγότερο ἀνεξήγητη ἀπὸ τὴν τροχιὰ τῶν σκέψεων. Διαπιστώνω σὲ μένα τὸν ἴδιο ὅτι ὅλα τὰ ὅτι ὅλα τὰ συνειδητὰ κομμάτια τῆς τέχνης μου (συγχωρέστε μου τὴν τόσο ἀλαζονικὴ ἔκφραση, τὴ χρησιμοποιῶ μονάχα χάριν συντομίας) μεταβάλλονται διαρκῶς καὶ κλονίζονται ἀπὸ λογῆς-λογῆς ἀναγνωστικοὺς ἀνέμους καὶ ἄλλες ἐπιρροές· ἐνῶ τὰ ἐνστικτώδη κομμάτια, ὅλ’ αὐτὰ ποὺ δὲν ἤθελα, ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀγνοοῦσα τὴν πηγή τους, ὅλα ἐκεῖνα ποὺ δὲν καταλάβαινα, ἔμεναν ἀμετακίνητα στὸ κέντρο τῆς πορείας μου. Παρατήρησα ἐπίσης ὅτι ἐὰν ἀποκτοῦσα πλήρη συνείδηση ἑνὸς στοιχείου τῆς τέχνης μου, αὐτὸ ἦταν ἀλάνθαστο σημάδι τοῦ θανάτου καὶ ἀκολούθως τῆς ἐξάλειψης τοῦ ἐν λόγῳ στοιχείου. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι κάτι ποὺ παραεῖναι συνειδητὸ μοιάζει μὲ κλωνάρι ποὺ μαράθηκε μόλις ἔκανε τὸ φροῦτο του. Καὶ τέτοια εἶναι ἀμέτρητα, νεκρὰ κάτω απ’ τὸ δέντρο· τί νὰ τὴν κάνω τὴ χαρμόσυνη φωτιὰ τῆς σωτηρίας στὴν ὁποία θέλω νὰ κάψω τὰ στερεότυπα, τὰ φαινόμενα καὶ τὶς μεθόδους. Μοῦ φαίνεται ὅτι αυτὰ τὰ βήματα τῆς συνείδησης, ποὺ ἀναρριχῶνται ἀργὰ σὰν μιὰ ζωὴ ἀφήνοντας πίσω τους τὸν θάνατο, οὔτε ἔχουν ἐνδιαφέρον οὔτε πρέπει νὰ ἐπιταχύνονται καθὼς διασχίζουν ὅλη αὐτὴ τὴ σειρὰ τῶν νεκρῶν, παρὰ μόνο γιὰ ἕναν λόγο: μόλις ἐξαφανιστοῦν τὰ πρῶτα κλωνάρια, κάποια ἄλλα –ἄγνωστα κι ἀνύποπτα μέχρι τότε– ἀποκτοῦν ξάφνου ἕνα σφρίγος καὶ εἶναι πράσινα καὶ γόνιμα ὅσο παραμένουν στὴ σκιά, μέχρι νὰ μαραθοῦν κι αὐτὰ μὲ τὴ σειρά τους μόλις τὰ νικήσει τὸ φῶς, κι αὐτὸ νὰ συνεχιστεῖ μέχρι τὶς ἄκρες τῶν φυλλωμάτων, πράγμα ποὺ ἐλπίζω νὰ δῶ μόνο ἀπ’ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ τάφου.

Ἔτσι λοιπὸν μπορῶ νὰ σᾶς μιλήσω μονάχα γιὰ πράγματα νεκρά, τῶν ὁποίων εἶναι καλύτερο νὰ μὴν ταράζουμε τὴν ἡσυχία· κι ὅσο γιὰ ὅ,τι ὑπάρχει πάνω απ’ αὐτά, θὰ φοβόμουν τὸν ἦχο τῆς ἴδιας τῆς φωνῆς μου. Μὲς στὴν ψυχή μας ὑπάρχει ἕνα δωμάτιο τοῦ Κυανοπώγωνα τὸ ὁποῖο δὲν πρέπει ν’ ἀνοίγουμε. Μοῦ βάζετε σήμερα στὸ χέρι ἕνα χρυσὸ κλειδί· ἀλλὰ τρέμω μπροστὰ στὴν πόρτα, καὶ ξέρω πὼς αὐτὸ τὸ κλειδὶ θὰ πέσει μέσα στὸ αἷμα ἑὰν δὲν ὑπακούσω στὴ μυστικὴ τάξη. Μὲς στὴν ψυχή μας ὑπάρχει μιὰ ἐσωτερικὴ θάλασσα, μιὰ τρομακτικὴ κι ἀληθινὴ mare tenebrarum ὅπου μαίνονται παράξενες θύελλες τοῦ ἄφατου καὶ τοῦ ἀνέκφραστου, κι αὐτὸ ποὺ καταφέρνουμε νὰ ἐκφράσουμε φωτίζει καμμιὰ φορὰ κάποιαν ἀντανάκλαση ἄστρου μὲς στὸν ἀναβρασμὸ τῶν σκοτεινῶν κυμάτων. Ἄραγε μ’ αὐτὰ τὰ μοναδικὰ βουβὰ νερὰ ποτίζουμε τὰ νεκρὰ χώματα τῆς τέχνης; Δὲν ξέρω· μοῦ φαίνεται ὅμως ὅτι τὰ αἰσθανόμαστε νὰ φουσκώνουν μέσα μας ὅσο προχωροῦμε στὴ ζωή, ανάμεσα σ’ ὅλες τὶς πηγὲς τῆς νύχτας ποὺ μᾶς κυκλώνουν, μέχρι ποὺ ἐνδέχεται ν’ ἀνέβουν ὢς τὸ λαιμό καὶ νὰ μᾶς ἐπιβάλουν αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἡ ὑπέρτατη σοφία: ἡ σιωπὴ ποὺ ἀπό ’δῶ καὶ μπρὸς γνωρίζει τὸ βασίλειό της.

Κι ἔτσι λοιπὸν ἀκούω, μὲ ὁλοένα πιὸ βαθειὰ προσοχὴ καὶ κατάνυξη, ὅλες τὶς ἀξεχώριστες φωνὲς τοῦ ἀνθρώπου. Πάνω ἀπ’ ὅλα μὲ γοητεύουν οἱ ἀσυνείδητες χειρονομίες τοῦ εἶναι, ποὺ προχωροῦν ψηλαφώντας μὲ τὰ λαμπερά τους χέρια τὶς ἐπάλξεις μιᾶς τεχνητής περίφραξης μὲς στὴν ὁποία εἴμαστε κλεισμένοι. Θέλω νὰ σπουδάσω αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀσχημάτιστο μέσα σὲ μιὰν ὕπαρξη, ἐκεῖνο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ στὸν θάνατο ἢ στὴ ζωή, αὐτὸ ποὺ ἀναζητᾶ φωνὴ μέσα σὲ μιὰ καρδιά. Θέλω νὰ σκύψω πάνω ἀπ’ τὸ ἔνστικτο, ὅταν ἔχει τὸ νόημα τοῦ φωτός, πάνω ἀπ’ τὰ προαισθήματα, πάνω ἀπὸ ποιότητες καὶ ἔννοιες ἀνεξήγητες, ἀφρόντιστες ἢ ἀμυδρές, πάνω ἀπὸ παράλογα σαλέματα, ἀπ’ τὰ θαύματα τοῦ θανάτου, ἀπ’ τὰ μυστήρια τοῦ ὕπνου – ὅπου παρὰ τὴν πανίσχυρη ἐπίδραση τῶν ἀναμνήσεων τῆς ἡμέρας, μᾶς χαρίστηκε ἡ ἱκανότητα νὰ διαβλέπουμε, ποῦ καὶ ποῦ, μιὰ ἀναλαμπὴ τοῦ αἰνιγματικοῦ, ἀληθινοῦ καὶ πρωτόγονου εἶναι· πάνω ἀπ’ ὅλες τὶς ἄγνωστες δυνάμεις τῆς ψυχῆς μας· πάνω ἀπ’ ὅλες τὶς στιγμὲς ὅπου ὁ ἄνθρωπος δραπετεύει ἀπ’ τὴν ἴδια του τὴν ἐπίβλεψη· πάνω ἀπ’ τὰ μυστικὰ τῆς παιδικῆς ἡλικίας, τῆς τόσο παράξενα πνευματικῆς μὲ τὴν πίστη της στὸ ὑπερφυσικὸ καὶ τόσο ἀνήσυχης μὲ τὰ ὄνειρα τοῦ αἰφνίδιου τρόμου, σὰν νὰ καταγόμαστε στ’ ἀλήθεια ἀπὸ μιὰ πηγὴ τρόμου! Ἔτσι θέλω ὑπομονετικὰ νὰ παραμονέψω τὶς φλόγες τοῦ ἀρχέγονου εἶναι, διασχίζοντας ὅλα τὰ ρήγματα τοῦ ζοφεροῦ συστήματος τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀπάτης στὸ μέσο τοῦ ὁποίου εἴμαστε καταδικασμένοι νὰ πεθάνουμε. Μὰ μοῦ εἶναι ἀδύνατο νὰ τὰ ἐξηγήσω σήμερα ὅλ’ αὐτά· δὲν ἔχω βγεῖ ἀπὸ τὸ limbo κι ἀκόμα βαδίζω ψηλαφητά, σὰν παιδί, στὰ γαλάζια σταυροδρόμια τῆς γέννησης.

Θὰ συμπληρώσετε τὴ σκέψη μου καλύτερα απ’ ὅσο θὰ μποροῦσα ὁ ἴδιος, ὅπως κάνετε τόσο συχνά, κι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλπίδα μας, τούτη ἡ προσεκτικὴ παρουσία, καὶ εἶναι μιὰ ἀπ’ τὶς πιὸ ἅγιες χαρές μας.

                                                                                                            

 L’Art moderne, Φεβρουάριος 1890.

 

[Τὸ κείμενο εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ Μ. Μaeterlinck στὸ περιοδικὸ Enquête τοῦ Edmond Picard. Ὁ Charles Van Lerberghe καὶ ὁ Émile Verhaeren θὰ στείλουν ἐπίσης τὴν ἀπάντησή τους σ’ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα γιὰ τὴν τέχνη].

                                                                                                                Μετάφραση: Γιάννης Ἀστερῆς

Επιστροφή Επάνω