Χρεοκοπήσαμε: Η ελληνική κρίση και το πρόβλημα της κοινότητας

του Φίλιππου Θεοφανίδη

Aubrey Williams - Tribal Mark

Aubrey Williams - Tribal Mark (1961)

 

Πτωχεύοντας από κοινού[1]

Σ’ ένα δοκίμιό του, με τον τίτλο «Εξορία (Ιταλικό Ημερολόγιο, 1992-94)» ο Giorgio Agamben αναφέρεται στην παρακάτω φράση, που απέδωσε κάποτε στον Κωνσταντίνο Καβάφη ο Άγγλος πεζογράφος E.M. Forster:

«Εσείς οι Εγγλέζοι δεν μπορείτε να μας καταλάβετε: Οι Έλληνες έχουμε χρεοκοπήσει εδώ και πολύ καιρό»[2]

Στη συνέχεια, ο Agamben, βασισμένος στα λόγια αυτά του Καβάφη, σχολιάζει ως εξής:

Πιστεύω ότι ένα από τα λίγα πράγματα που μπορούν να ειπωθούν με βεβαιότητα είναι πως, από τον καιρό του Καβάφη μέχρι σήμερα, έχουν χρεοκοπήσει όλοι οι λαοί της Ευρώπης (όλοι οι λαοί της γης, ενδεχομένως). Ζούμε μετά την αποτυχία των λαών. Ακριβώς όπως θα έλεγε και για τον εαυτό του ο Apollinaire: «Έζησα στην εποχή του θανάτου των βασιλέων». Κάθε λαός είχε τον δικό του τρόπο να χρεοκοπεί, και οπωσδήποτε δεν έχει μεγάλη διαφορά αν για τους Γερμανούς αυτό σήμαινε τον Χίτλερ και το Άουσβιτς, για τους Ισπανούς τον εμφύλιο πόλεμο, τους Γάλλους το Βισύ, για άλλους λαούς, αντίθετα, την ήσυχη, μα συνάμα άγρια δεκαετία του ’50, ή για τους Σέρβους τους βιασμούς της Ομάρσκα. Το μόνο που παραμένει κρίσιμο για εμάς τώρα είναι το νέο έργο που μάς έχει κληροδοτήσει μια τέτοια αποτυχία. Ίσως όμως να μην είναι ακριβές να το ορίσουμε ως έργο, μιας και δεν υπάρχει πια κάποιος λαός που θα μπορούσε να την αναλάβει. Όπως ίσως θα ‘λεγε σήμερα, χαμογελώντας, ο Αλεξανδρινός ποιητής: «Τώρα, επιτέλους, μπορούμε να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλο, γιατί, όπως και εμείς, έτσι χρεοκοπήσατε και εσείς».[3]

Δύο είναι τα βασικά στοιχεία στον σχολιασμό του Agamben που αξίζει να υπογραμμιστούν μέσα στο πλαίσιο της εν εξελίξει κρίσης χρέους της Ελλάδας. Και τα στοιχεία αυτά, όπως θα υποδειχτεί αργότερα, είναι συνυφασμένα μεταξύ τους: Πρώτον, η ιδέα πως «κάθε λαός» έχει χρεοκοπήσει, και, δεύτερον, η κρυπτική δήλωση σύμφωνα με την οποία έχουμε πια την ικανότητα να «κατανοήσουμε ο ένας τον άλλο» εξαιτίας ακριβώς τούτης της κοινής μας χρεοκοπίας. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι να παράσχουμε μια βαθειά ανάλυση της ελληνικής κρίσης χρέους, ούτε να μεμψιμοιρήσουμε ή να προσφέρουμε λύσεις εν είδει συνταγών, αλλά αντίθετα, να συνεισφέρουμε με μετριοφροσύνη ορισμένες παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να επιτρέψουν περαιτέρω σκέψη γύρω από το σύνθετο πρόβλημα το οποίο συνιστά αυτή η κρίση, όχι μόνον για τους Έλληνες, μα για όλους τους λαούς. Το κεντρικό θέμα της εξήγησης που ακολουθεί είναι το πρόβλημα της οντολογικής μας συνύπαρξης, ή, με άλλα λόγια, το πρόβλημα της κοινότητας. Το γεγονός δηλαδή ότι εμείς οι άνθρωποι, ως πλάσματα του κόσμου αυτού, βρισκόμαστε σε μια διαρκή σχέση ο ένας προς τον άλλο, όχι πάντοτε σε πλήρη συμφωνία, ούτε εντελώς μόνοι, πασχίζοντας όμως διαρκώς να βρούμε έναν τρόπο να υπάρξουμε από κοινού. Παρόλο που η αφορμή για τις θέσεις που ακολουθούν έχουν ως πηγή τον Agamben, το υλικό πάνω στο οποίο βασίζεται το παρόν κείμενο αντλείται από το έργο του Γάλλου φιλοσόφου Jean-Luc Nancy.

 

Μια κρίση της κοινότητας

Για τις ανάγκες της συζήτησης, θα ήταν ίσως αρχικά χρήσιμο να εντοπίσουμε την παραδοσιακή διάκριση μεταξύ του αντικειμένου και του υποκειμένου της κρίσης, αν και, όπως θα φανεί γρήγορα, τέτοιος ξεκάθαρος διαχωρισμός δεν είναι δυνατόν να γίνει. Η πρώτη παρατήρηση, συνεπώς, έχει να κάνει με το αντικείμενο της κρίσης: Περί τίνος πρόκειται και ποιός επηρεάζεται από αυτήν.

Οι οικονομικές πτυχές που προσδίδουν και τον παγκόσμιο χαρακτήρα των ζητημάτων που μάς απασχολούν εδώ αποτελούν οπωσδήποτε και τις πρώτες, τις πιο κατανοητές, τουλάχιστον όσον αφορά στον γενικό τους σκελετό. Είναι επίσης εκείνες που προβάλλονται περισσότερο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Το πρόβλημα, για παράδειγμα, του χρέους, είναι όντως ενδημικό, αλλά αφορά έναν μεγάλο αριθμό κρατών. Αν και το χρέος των κυριάρχων χωρών και οι χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν τραβήξει το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής μας τα τελευταία χρόνια, το φαινόμενο μπορεί επίσης να εντοπιστεί στις Η.Π.Α. όπου εξελίσσεται με διάφορες μορφές. Η κρίση των στεγαστικών δανείων μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας το 2008, η πανωλεθρία των φοιτητικών δανείων και η κατακόρυφη αύξηση του εθνικού χρέους των τελευταίων χρόνων (έχει διπλασιαστεί από το 2006 μέχρι σήμερα) είναι όλα ενδείξεις πως το πρόβλημα έχει εξαπλωθεί και επηρεάζει πολλαπλώς διάφορα εσωτερικά συστήματα της χώρας, από το μακροοικονομικό μέχρι το μικροοικονομικό επίπεδο[4]. Στον Καναδά η κατάσταση δεν είναι καλύτερη: Η αναλογία των οικιακών χρεών προς το προσωπικό εισόδημα έχει εκτιναχθεί από το 66% που ήταν το 1980 στο 150% το 2011[5]. Δεν αποτελεί έτσι σύμπτωση ότι η ίδια η έννοια του χρέους μελετάται πλέον, κατά τα τελευταία χρόνια, με ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον[6]. Αντιλαμβάνεται έτσι κανείς το πώς η μη εξόφληση, από μια ολόκληρη χώρα, ομολόγων που βρίσκονται στα χέρια μιας σειράς από διεθνικά συμφέροντα, αυξάνει τον κίνδυνο μιας ραγδαίας εξάπλωσης της ήδη υπάρχουσας κρίσης πέρα από τα σύνορα μιας μοναδικής εθνικής οντότητας.

Όλες αυτές οι οικονομικές πλευρές της κρίσης δείχνουν τη δυναμική δομή όχι μιας μοναδικής χώρας, αλλά ολόκληρου του σύγχρονου κόσμου: Είναι η λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση». Μετά την 9η Σεπτεμβρίου του 2001, θα ήταν σημαντικό λάθος να πιστέψουμε πως ό,τι συνέβη ήταν ένα γεγονός που αφορούσε αποκλειστικά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τους μήνες και τα χρόνια που ακολούθησαν, οι συνέπειες της επίθεσης ξετυλίχθηκαν λαμβάνοντας διαστάσεις πραγματικά παγκόσμιες. Όταν το 2010 εξερράγη το ηφαίστειο Eyjafjallajökull , καθηλώθηκαν στο έδαφος αεροπλάνα απ’ όλη την Ευρώπη, ενώ εμείς ανακαλύψαμε, όχι δίχως έκπληξη, πως η ηφαιστειακή δραστηριότητα στην Ισλανδία μπορεί να έχει αξιοσημείωτη επίδραση σε ολόκληρο τον πλανήτη. Όταν τον Μάρτιο του 2011 ένας σεισμός και έπειτα ένα τεράστιο τσουνάμι προκάλεσε τη βλάβη στον πυρηνικό αντιδραστήρα Ι της Φουκουσίμα, οι Αμερικάνοι της δυτικής ακτής έσπευσαν να αγοράσουν αντι-ραδιενεργές ταμπλέτες.

Ο Jean-Luc Nancy ονόμασε πρόσφατα αυτό το φαινόμενο «l’ équivalence des catastrophes[7]. Η «ισοδυναμία», αυτή, «των καταστροφών» δεν σημαίνει ότι όλες οι καταστροφές είναι ίδιες ή ισοδύναμες. Σημαίνει, αντίθετα, ότι η ανθρωπότητα σήμερα έχει θέσει τον εαυτό της σε μια κατάσταση όπου μια καταστροφή –φυσική ή τεχνολογική: η διάκριση είναι πλέον ασαφής- γίνεται πάντοτε, και μάλιστα αρκετά άμεσα, αισθητή ως μια παγκόσμια απειλή προς την ανθρώπινη ύπαρξη.

Η ελληνική κρίση είναι μια οικονομική κρίση, δίχως αμφιβολία. Και όμως, τόσο οι αιτίες της, όσο και ο αντίκτυπός της, φτάνουν πολύ πιο πέρα από τις αμιγώς οικονομικές της συνέπειες. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται από τη διάχυτη κοινωνική ανησυχία που ακολούθησε την παράταση του προγράμματος διάσωσης τον Νοέμβριο του 2012. Η κρίση επομένως δεν υπήρξε ποτέ απλώς οικονομική, αφού η σφαίρα της οικονομίας δεν εξελίσσεται ανεξάρτητα από τις ζωές των ανθρώπων. Η κρίση ήταν από την αρχή (και συνεχίζει να είναι) και μια κρίση συνύπαρξης. Αφορά, με άλλα λόγια, την παγκόσμια κοινότητα: Τα ανθρώπινα όντα που προσπαθούν, άλλες φορές με επιτυχία και άλλες όχι, να διαχειριστούν τη συνύπαρξή τους σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια δεκαετία πριν το βιβλίο του που αφορούσε την «ισοδυναμία των καταστροφών», ο Jean-Luc Nancy είχε ήδη υποδείξει ότι η οικονομική κρίση ήταν στην πραγματικότητα απόρροια αυτού του προβληματικού φαινομένου της δίχως ορίων «παγκοσμιοποίησης»:

Η τεράστια οικονομική ανισορροπία, τουτ’ έστιν η ανισορροπία της ζωής, της πείνας, της αξιοπρέπειας, της σκέψης, είναι απόρροια της ανάπτυξης ενός κόσμου που δεν αναπαράγει πια τον εαυτό του (που δεν ανανεώνει πια, ούτε την ίδια του την ύπαρξη, ούτε το νόημά του) αλλά παράγει την άρση των περιορισμών της εγκοσμιότητάς του, με τέτοιον μάλιστα τρόπο που μοιάζει ικανός μόνο να βουλιάζει ή να εκρήγνυται (...)[8].

Αυτό που μένει είναι μια αχαλίνωτη παγκόσμια διαδικασία, που είναι ήδη ή θα γίνει πολύ σύντομα ανεξέλεγκτη, μια διαδικασία συνεπώς κατά την οποία οι μαζικές αναλήψεις δεν αποτελούν παρά μία από τις πολλαπλές της εκφάνσεις. Από την οπτική αυτή, το αντικείμενο της κρίσης -εκείνο δηλαδή που βρίσκεται σε κρίση- δεν είναι μόνο οι οικονομικές αγορές: Είμαστε εμείς.

Μια κρίση της κοινότητας

Ήδη από την πρώτη παρατήρηση πιο πάνω, θα έπρεπε να έχει γίνει σαφές πως η λεγόμενη ελληνική κρίση του χρέους δεν είναι αποκλειστικά μια κρίση ελληνική. Με άλλα λόγια, τα υποκείμενα της κρίσης –εκείνοι που την βιώνουν- δεν είναι αποκλειστικά οι Έλληνες. Η κρίση έχει σίγουρα τις εθνικές της ιδιαιτερότητες, όμως σε έναν ορισμένο βαθμό εμπλεκόμαστε όλοι σε αυτήν, είτε είμαστε Έλληνες, είτε όχι. Μοιραζόμαστε την κρίση ως μια κρίση της κοινότητας. Κάτι τέτοιο έγινε άλλωστε πολύ σαφές μέσω μιας συλλογικής δήλωσης γύρω από την κατάσταση στην Ελλάδα, με τις υπογραφές πολλών Ευρωπαίων διανοούμενων, η οποία δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2012:

Είναι κάτι περισσότερο από επείγον να απομυθοποιήσουμε τη ρατσιστική εμμονή περί ελληνικής «ιδιαιτερότητας» που φιλοδοξεί να αναγάγει τον υποτιθέμενο εθνικό χαρακτήρα ενός λαού (τεμπελιά ή κατά βούληση πονηριά) σε πρωταρχική αιτία μιας κρίσης η οποία στην πραγματικότητα είναι παγκόσμια. Αυτό που μετρά σήμερα δεν είναι οι ιδιαιτερότητες, πραγματικές ή φαντασιακές, αλλά τα κοινά: η τύχη ενός λαού που θα επηρεάσει και τους άλλους.[9]

Ο κόσμος μας, καθώς χάνει τα όριά του, έχει επίσης καταστεί δυσανάλογος προς τις δυνατότητές μας να τον κατανοήσουμε. Παρουσιάζει τον εαυτό του με ένα νόημα που μοιάζει να είναι όλο και περισσότερο εκτός του βεληνεκούς της ανθρώπινης κατανόησης. Αυτό ισχύει το ίδιο και για τα βιώματα της καθημερινής ζωής. Από τις ψυχρές ερωτήσεις του υπαλλήλου στους ελέγχους διαβατηρίων, μέχρι τις πολύπλοκες δομές που ρυθμίζουν (ή και όχι) την αγορά των κρατικών ομολόγων, πόσοι εξ ημών μπορούν να πουν με σιγουριά ότι κατανοούν τα πάντα πραγματικά; Η πρόσφατη ιστορία προσφέρει παραδείγματα ενός ευρύτερου φάσματος. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να φανταστεί κανείς τη συστηματική δολοφονία εκατομμυρίων ανθρώπων στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η λογική μας σαστίζει αντικρίζοντας τις άμεσες συνέπειες της έκρηξης της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα, ένα ηλιόλουστο πρωινό της 6ης Αυγούστου του 1945. Μπορεί κάποιος να γνωρίζει τους αριθμούς και τα γεγονότα με λεπτομέρεια, όμως πώς είναι δυνατόν να συλλάβει σθεναρά το νόημά τους; Φτάνοντας μέχρι τους πυθαγόρειους, ο Maurice Blanchot σύνδεσε κάποτε αυτήν την διασπαστική εμπειρία με την ελληνική παράδοση:

Η ελληνική εμπειρία, όπως την ανασυγκροτούμε εμείς, παραχωρεί ειδική αξία στο «όριο» και δίνει ξανά έμφαση στην επί μακρόν αναγνωρισμένη, σκανδαλώδη φύση του παραλόγου: Την ακοσμία εκείνου, που όταν μετριέται είναι αμέτρητο[10].

Κι όμως, η κατάστασή μας διαφέρει σημαντικά από την ανακάλυψη που έκαναν οι πυθαγόρειοι γύρω στα 500 π.Χ.[11] Για εκείνους ήταν απλώς μια ανακάλυψη. Στην σύγχρονη εποχή οι άνθρωποι κυριολεκτικά παράγουν το ασύμμετρο: Είναι οργανικά συνδεμένο με τις πραγματικές μορφές και καταστάσεις της ανθρώπινης ομαδικότητας.[12] Η παραγωγή αυτή, όπως αναφέρθηκε και στο προηγούμενο παράδειγμα, αποτελεί επίσης και μια παραγωγή του θανάτου. Ο παγκόσμιος τρόπος του να είμαστε-από-κοινού χαρακτηρίζεται σήμερα από το γεγονός ότι παράγει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον θάνατο. Πιο λακωνικά, είμαστε τα αντικείμενα της κρίσης που παράγουμε ως υποκείμενα. Επομένως, η ελληνική κρίση χρέους, προτού γίνει μια ελληνική κρίση ή, ακόμη, οικονομική κρίση, είναι πρώτον και σημαντικότερον μια κρίση του «εμείς» καθ' εαυτό. Πώς θα μπορέσουμε λοιπόν «εμείς» -αν αυτό το πράγμα μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει- να βρούμε μια διέξοδο από αυτήν την κατάσταση, «εμείς» που έχουμε χάσει τον δρόμο μας; Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις στο ερώτημά μας, όπως θα δούμε, μιας και το πρόβλημα προκαλείται σε μεγάλο βαθμό από τις ίδιες τις απόπειρες που γίνονται προκειμένου να το επιλύσουν. Όπως τυχαίνει να συμβαίνει, η κατάσταση στην Ελλάδα προσφέρει μια ανησυχητική, πλην όμως παραδειγματική απεικόνιση αυτής της πρόδηλης αντίφασης.

 

Το πρόβλημα των λύσεων

Ο στοχασμός γύρω απ’ το ζήτημα της κοινότητας υπήρξε μια από τις βασικότερες ενασχολήσεις του Jean-Luc Nancy ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Στο σημαίνον δοκίμιό του «Η αδρανής κοινότητα»[13], ο Γάλλος φιλόσοφος προσέγγισε την ιδέα της ανθρώπινης συνύπαρξης μέσα από έναν δρόμο ριζοσπαστικά διαφορετικό. Ξεκίνησε μια οντολογική έρευνα πάνω στην έννοια της κοινότητας, προκειμένου να προσπαθήσει να κατανοήσει τι σημαίνει για την ανθρώπινη ύπαρξη να είναι πρώτον και κυριότερον συνύπαρξη. Στην πορεία έδειξε με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο οι κυριότερες απόπειρες προς απάντηση του προβλήματος έχουν παραγάγει επικίνδυνα αποτελέσματα. Κατά συνέπεια, ανέπτυξε μια σκέψη κατανόησης της κοινότητας η οποία αποφεύγει κατηγορηματικά όλες τις προηγούμενες παραδοσιακές προσεγγίσεις. Οι απόψεις του απορρίπτουν ρητώς τις ιδεολογίες (θρησκευτικές, πολιτικές ή ανθρωπιστικές) και αρνούνται τη νοσταλγική λαχτάρα για μια περισσότερο πλήρη κοινότητα (η πόλις της αρχαίας Ελλάδας, επί παραδείγματι, η χριστιανική κοινότητα, ή η Gemeinschaft του Ferdinand Tönnies). Επιπλέον, η σκέψη του πάνω στην κοινότητα δεν βρίσκει απαντήσεις πάνω στην πεπατημένη της ανθρώπινης «κοινωνικής φύσης», η οποία άλλωστε και προτείνεται συνήθως ως ένα αξίωμα, περισσότερο, παρά εκτίθεται ως το ζήτημα που πραγματικά είναι.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι εκεί όπου ο Heidegger ερευνούσε τη λήθη του είναι, ο Jean-LucNancy στοχεύει στην έρευνα της λήθης του συν-είναι.[14] Η έρευνά του σκοπεύει στο ξεχασμένο γεγονός ότι η ύπαρξη, στον άνθρωπο, είναι πάντοτε, και ήδη, ύπαρξη-με-κάποιον-άλλο. Για τον Nancy, με άλλα λόγια, πριν υπάρξει κάτι –ένα υποκείμενο, μία ανθρωπότητα, ακόμη και η ύπαρξη η ίδια- υπάρχει η ομαδικότητα: Τα πάντα συμβαίνουν και ανακυκλώνονται μεταξύ μας. Αυτό το «μεταξύ», με την σειρά του, δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως μια τρίτη ουσία που συνδέει απλώς δύο όρους:

Αυτό το «μεταξύ», όπως υπονοεί και το όνομά του, δεν διαθέτει δική του αυτοτέλεια ή συνέχεια. Δεν οδηγεί από το ένα πράγμα στο άλλο· δεν συγκροτεί κανένα συνδετικό ιστό, συγκολλητική ουσία ή γέφυρα.[15]

Η λήθη αυτής της κατάστασης της συνύπαρξης έχει δύο όψεις. Πρώτον, συνίσταται στο ότι ξεχνάμε ακριβώς πως το να είμαστε ο ένας με τον άλλο αποτελεί μια κατάσταση πρότερη της ύπαρξης μιας αξίας, ενός νοήματος ή της ιδιοκτησίας. Δεν πρέπει, συνεπώς, να γίνεται αντιληπτή ως μια δεδομένη λύση ή μια θετική ποιότητα (μια ουσία, ένα νόημα). Δεύτερον, η συνεπακόλουθη λήθη ότι αυτή η συνύπαρξη, αν πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο σκέψης δι’ εαυτήν ή καθ’ εαυτήν (δηλαδή χωρίς να την υπαγάγουμε σε ένα προϋπάρχον υλικό υποκείμενο ή κατηγόρημα) είναι ένα κενό –ή αλλιώς béance όπως γράφει συχνά ο Nancy, ανοικτό σε εκείνο το οποίο δεν είναι το ίδιο. Επομένως, εκείνο που καθορίζει τη βασική μας προδιάθεση απέναντι στους άλλους δεν είναι το μοιρασμένο έδαφος, όπου μπορούμε να μαζευόμαστε από κοινού και να εξαφανιζόμαστε εντός μιας μοναδικής ολότητας, αλλά αντίθετα μία κοινή ανεδαφικότητα. Με άλλα λόγια, μοιραζόμαστε το κενό που μας χωρίζει.[16] Κυκλοφορούμε μέσα σ’ αυτόν τον χώρο, βρισκόμενοι σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ του συγκερασμού μας σε μία και μοναδική σταθερή ενότητα (ένα και μόνο πράγμα) και της διασκορπισμένης μας ύπαρξης μέσα στη μοναξιά, ως μόρια ασύνδετα μεταξύ τους (τίποτε απολύτως).

Όταν η θεμελιώδης αυτή ανεδαφικότητα της συνύπαρξης ως ανθρώπινης κατάστασης λησμονείται ή παραβλέπεται, γίνονται απόπειρες προκειμένου να εδραιωθεί ένας τρόπος της συνύπαρξης βασισμένος σε κάποια βασική ποιότητα που όλοι μας μοιραζόμαστε. Εκείνο που έδειξε εν τέλει ο Nancy στην Αδρανή Κοινότητα είναι το πώς μια κοινότητα που βασίζεται στην πραγμάτωση μιας κοινής ουσίας (ή στη συμμετοχή της σε μια τέτοια ουσία) δημιουργεί τις συνθήκες για ένα είναι-από-κοινού που αυτο-υλοποιείται εντός της βίας, και, τελικώς, του θανάτου. Η κοινή αυτή ουσία μπορεί να λάβει διάφορες μορφές: Αυτή της πολιτικής αφοσίωσης, του ιδεολογικού ρεύματος, της θρησκευτικής πίστης, της εθνικής ταύτισης, των οικονομικών πρακτικών, των εδαφικών διευθετήσεων, κ.ο.κ. Η χειρότερη εξ αυτών των αποπειρών κατέληξε στην φονικότερη μορφή ολοκληρωτισμού της ιστορίας μας.[17] Παρόμοιες απόπειρες διεξάγονται ακόμη μέχρι σήμερα με ακραία βία σε διάφορες περιοχές στον κόσμο.[18] Πράγματι, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, η κοινότητα ορίζεται ως μια τάξη ατόμων που μοιράζονται μια όμοια σύμβαση ή μια ομάδα συμβάσεων: Η κοινή συνθήκη ορίζεται προβληματικά όταν ορίζεται στη βάση μιας πρέπουσας σύμβασης.[19] Αυτός ο τρόπος απάντησης στο πρόβλημα της συνύπαρξης μπορεί να διατηρηθεί μόνο για όσο εξουδετερώνει ό,τι απειλεί την απολυτότητά του (ό,τι δηλαδή δεν αντιστοιχεί στον δικό του τρόπο του είναι-από-κοινού). Μια τέτοια μορφή συνύπαρξης, εφόσον αδυνατεί να ανοίξει τον εαυτό της σε σχέσεις δίχως να διακινδυνεύσει την ενυπάρχουσα ακεραιότητά της, υπάρχει μόνο μέσα σε μια διαρκή κατάσταση πολέμου:

Μία τέτοια ενσάρκωση της ανθρωπότητας που συναθροίζει το απόλυτο είναι της πέρα των σχέσεων και της κοινότητας, απεικονίζει το πεπρωμένο που βούλεται η μοντέρνα σκέψη. Δεν πρόκειται ποτέ να δραπετεύσουμε από αυτήν την «ακατασίγαστη μάχη» όσο παραμένουμε ανίκανοι να προστατεύσουμε την κοινότητα από το πεπρωμένο της[20].

Στην Ελλάδα, το γεγονός ότι επιχειρούνται παρόμοιες λύσεις απεικονίζεται ίσως με τον πλέον ανησυχητικό τρόπο μέσω της πρόσφατης ανόδου του ακροδεξιού κόμματος της Χρυσής Αυγής, η οποία διαθέτει επί του παρόντος 18 έδρες στο ελληνικό κοινοβούλιο.[21] Οι λύσεις που προτείνει το κόμμα της Χρυσής Αυγής για την καταπολέμηση της ανεργίας βασίζονται ως επί το πλείστον στην προώθηση μιας ισχυρής εθνικής ταυτότητας. Η ελληνική κοινότητα θα θεραπεύσει τον εαυτό της, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ρητορική, αν καταπολεμήσει την απειλή που πιστεύεται πως αντιπροσωπεύουν οι μετανάστες. Αυτή η υποτιθέμενη απάντηση στην κρίση, εκτός του ότι απέχει παρασάγγας από την επίλυσή της, καλλιεργεί ακραία βίαιες δράσεις που διαπράττονται κυρίως από μέλη του ακροδεξιού κόμματος, όσο όμως και από ομάδες που δρουν εναντίον τους. Εγκλήματα μίσους, ξυλοδαρμοί, βομβιστικές επιθέσεις: Πρόκειται για φατρίες που πολεμούν φατρίες, κοινότητες εναντίων κοινοτήτων, εντός ενός τρόπου συνύπαρξης που είναι εγγενώς αυτοκαταστροφικός παρά το γεγονός ότι προωθείται προκειμένου να σώσει ακριβώς αυτόν τον ίδιο τον τρόπο συνύπαρξης. Από την οπτική αυτή, οι λύσεις αυτές μοιάζουν ανεπίλυτες εσωτερικές αντιφάσεις: Εκφράσεις της κρίσης, παρά τρόποι αντιμετώπισής της. Και δεν είναι μόνο προβληματικές, αλλά επίσης απορητικές.

 

Βιώνοντας την απορητική κοινότητα: Το χαμόγελο του αλεξανδρινού ποιητή

Θα πρέπει να τονιστεί ότι αυτός ο απορητικός τρόπος της συνύπαρξης δεν περιορίζεται σε καμία περίπτωση στη δράση της Χρυσής Αυγής. Προκειμένου να διαφυλάξουν την οικονομική ακεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι διαστάσεις των πολιτικών λιτότητας που αντιμετωπίζει η Ελλάδα είναι τέτοιες, που απειλούν τη ζωή ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της. Κάτω απ’ τις συνθήκες αυτές, η πραγμάτωση αυτής της υποτιθέμενης ένωσης μέσω μιας θεωρούμενης οικονομικής διάσωσης αυξάνει δραστικά τον κίνδυνο της καταστροφικής διάλυσής της. Στον αναβρασμό που ακολουθεί διάφορες ομάδες στρέφονται η μία εναντίον της άλλης μέσα από δραματικές συγκρούσεις: Φοιτητές, εργάτες, αστυνομικοί, τραπεζίτες, πολιτικοί, κομματικά μέλη, κ.ο.κ. Το μοτίβο αυτό δεν απαντάται αποκλειστικά στις δεξιές πολιτικές: Το γεγονός ότι η κρίση είναι κοινή –όπως υποστηρίχτηκε προηγουμένως- σημαίνει επίσης πως το μοτίβο αυτό μοιράζεται από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Είναι παρόν σε κάθε απόπειρα σχηματισμού μιας συνεργασίας, ενός κόμματος ή μιας κοινότητας, γιατί η διαδικασία της συμπερίληψης οδηγεί σε μια διαδικασία αποκλεισμού.[22] Στο βιβλίο του Apories ο Jacques Derrida συμβουλεύει προειδοποιητικά:

Όταν κάποιος σού προτείνει μια λύση για να αποφύγεις ένα αδιέξοδο, μπορείς να είσαι σχεδόν βέβαιος ότι έχει πάψει να καταλαβαίνει, αν υποθέσουμε ότι είχε καταλάβει κάτι ως αυτή τη στιγμή.[23]

Η ελληνική κρίση χρέους είναι δίχως αμφιβολία ένα βάρος, ειδικά για εκείνους που υποφέρουν άμεσα από τις συνέπειές της. Εκείνο όμως που θα έπρεπε να γίνει σαφές, είναι ότι ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος ελλοχεύει στην εφαρμογή επισπευσμένων λύσεων από ομάδες όλων των αποχρώσεων, οι οποίες όχι μόνο απέτυχαν στον εντοπισμό της απορητικής φύσης των ζητημάτων που τίθενται, αλλά, μέσω της αποτυχίας τους αυτής, χειροτερεύουν την κατάσταση θανάσιμα. Επομένως, και παράλληλα με τις οικονομικές πτυχές της ελληνικής κρίσης χρέους, η απορητική αυτή κατάσταση οφείλει να ληφθεί προσεχτικά υπ’ όψιν προκειμένου να αποφευχθεί ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή:

Ετούτη η εργασία της σκέψης μάς επιβάλλεται από ένα φοβερό μοτίβο που η ιστορία του αιώνα μας διατηρεί διαρκώς μπροστά στα μάτια μας (ακριβώς επειδή είναι ο δικός μας αιώνας), μέχρι τον βαθμό που η μνήμη του [μοτίβου αυτού] είναι τόσο κοπιαστική όσο και αναπόφευκτη. Η ανθρωπότητα –αλλά πρώτα απ’ όλους η Ευρώπη- έχει να επιδείξει, στο όνομα της κοινότητας, ένα αναπάντεχο ταλέντο για αυτοκαταστροφή.[24]

Είναι λοιπόν ώρα να επιστρέψουμε στο σχόλιο του Καβάφη και στην ανάγνωσή του από τον Agamben, μιας και το ταλέντο αυτό για αυτοκαταστροφή αποτελεί ακριβώς την κοινή μας πτώχευση. Πρόκειται για μια χρεοκοπία που δεν μεταφράζεται αυστηρά και μόνο σε οικονομικές ζημίες, αλλά, επίσης, σε θάνατο (ο Agamben αναφέρει το Άουσβιτς, τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, τη γαλλική συνεργασία με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, την Ομάρσκα). Πρόκειται για μια χρεοκοπία που δεν είναι χαρακτηριστική των Ελλήνων αλλά κοινή για όλους τους ανθρώπους («κάθε λαός», λέει ο Agamben, «είχε τον δικό του τρόπο να χρεοκοπεί»). Πρόκειται επίσης για μια χρεοκοπία, θα μπορούσε κανείς να προσθέσει, που προκαλείται και διατηρείται από όλα τα μέτρα που επιστρατεύονται προκειμένου να την αντιμετωπίσουν. Πρόκειται για μια χρεοκοπία της ανθρώπινης κοινότητας. Αυτό συνάδει με την ετυμολογία της λέξεως «κοινότητα» (λατ. com + munus), όπως έχει δείξει και ο Roberto Esposito:

Όπως φανερώνει η σύνθετη, όσο όμως και ξεκάθαρη ετυμολογία την οποία έχουμε σκιαγραφήσει μέχρι τώρα, το munus αυτό της communitas δεν αποτελεί μια ιδιότητα ή μια ιδιοκτησία [appartenenza]. Δεν είναι ένα έχειν, αλλά αντιθέτως, αποτελεί ένα χρέος, μια δέσμευση, ένα δώρο που είναι να δοθεί, και που εδραιώνει, συνακολούθως, μια έλλειψη.[25]    

Εδώ ενυπάρχει, νομίζω, και το νόημα της τελευταίας πρότασης του Agamben:

Όπως θα μπορούσε να πει σήμερα, χαμογελώντας, ο Αλεξανδρινός ποιητής: «Τώρα, επιτέλους, μπορούμε να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλο, γιατί, όπως και εμείς, έτσι χρεοκοπήσατε και εσείς».[26]

Μπορεί κάλλιστα να έχουμε αποτύχει –πτωχεύοντας, χρεοκοπώντας- όσον αφορά την ικανότητά μας να εδραιώσουμε τη συνύπαρξή μας πάνω σε μια κοινή ιδιότητα, όμως, όπως και να ‘χει, η αποτυχία παραμένει δική μας. Αυτό είναι που μοιραζόμαστε τελικά, ό,τι και να γίνει: όχι ακριβώς ένα πράγμα, ούτε κάποια αξία ή μια ταυτότητα, αλλά το γεγονός πως λησμονούμε την ανεδαφικότητα της συν-ύπαρξης, [του είναι-από-κοινού], την οποία και μεταφράσαμε σε ταλέντο για αυτοκαταστροφή. Εκείνο που επιβάλαμε στους εαυτούς μας μέσω των σύγχρονων τρόπων συνύπαρξης είναι το καθήκον να καταπιανόμαστε με αυτήν την λησμονημένη κατάσταση προκειμένου να αποφεύγουμε την αυτοκαταστροφή.

Αν αποδεχόμασταν, ως ένα «εμείς», να αντιμετωπίσουμε αυτήν την κατάσταση ως έχει –δηλαδή χωρίς να ξεχνούμε πως είναι έτσι- θα ήταν δυνατό να «κατανοήσουμε ο ένας τον άλλο», όπως το περιγράφει ο Agamben. Αυτό, μολοντούτο, δεν σημαίνει πως θα έπρεπε να περιμένουμε να βρούμε εντός αυτής της κατανόησης έναν τρόπο συνύπαρξης απαλλαγμένης από όλες τις μορφές συγκρούσεων και διαφωνιών, ή από όλες τις σχέσεις της εξουσίας. Μια τέτοια επιθυμία εκφράζεται σε κάποια συνθήματα πρόσφατων διαδηλώσεων στην Αθήνα: «Για την κοινωνία - όχι για την εξουσία». Η επιχειρηματολογία του Nancy ανήκει σε μια μακρά παράδοση σκέψης σύμφωνα με την οποία η σύγκρουση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Εκείνο που θα έπρεπε να είναι σαφές μέχρι τώρα είναι το πόσο σημαντικό έχει καταστεί το καθήκον να σκεφτόμαστε μορφές βίου που θα μας επέτρεπαν να δούμε ο ένας τον άλλο μες στο κενό που μας χωρίζει δίχως να αφήνουμε αυτή την αντιπαράθεση να μετατρέπεται σε καταστροφή:

Το ενδεχόμενο αυτή η αντιπαράθεση με τον όμοιο να αποτελεί τον νόμο της ύπαρξης-από-κοινού όσο και το ίδιο της το νόημα, αυτό είναι που συνιστά άμεση προτεραιότητα της εργασίας της σκέψης – η οποία συνοδεύεται από μια ακόμα αποστολή της σκέψης: πως η συνθήκη της αντιπαράθεσης, όταν στρέφεται και στοχάζεται τον εαυτό της κατανοεί ότι η αμοιβαία καταστροφή καταστρέφει πέρα ως πέρα την ίδια την δυνατότητα της αντιπαράθεσης και μαζί της την ευρύτερη δυνατότητα της ύπαρξης-από-κοινού ή του συν-είναι.[27]

Επιπλέον, πρέπει να αναγνωριστεί ότι αυτό το έργο είναι στην πραγματικότητα δίχως τέλος. Δεν μπορεί ποτέ να επιλυθεί –εμμένοντας σε ήδη υπάρχουσες λύσεις- αλλά να τίθεται διαρκώς σε έλεγχο, να αξιολογείται αδιάκοπα: Μόνο μέσα από τον διαρκή έλεγχο και την επανεφεύρεσή της είναι δυνατόν να μην θεωρείται δεδομένη, με αποτέλεσμα να ξεχνιέται ξανά και ξανά. Ακολουθώντας τον Nancy, θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή είναι η φύση της σύγχρονης συνύπαρξής μας: Συνυπάρχουμε όταν προσπαθούμε συλλογικά να ανακαλύψουμε τον τρόπο που αυτό γίνεται.

Η απορία γίνεται συνήθως κατανοητή ως ένα αδιέξοδο: Μια κατάσταση από την οποία δεν υπάρχει έξοδος. Το ζήτημα, ωστόσο, ίσως να μην είναι η εύρεση, εξ αρχής, μιας συγκεκριμένης πορείας εξόδου από την ανεδαφικότητα της συνύπαρξής μας. Κάτι τέτοιο θα εξακολουθούσε να αποτελεί μια απόπειρα να καλύψουμε το κενό ή να θεμελιώσουμε την ανεδαφικότητα με λύσεις που μας είναι ήδη οικείες και γνωστές. Γνωρίζουμε όμως τα καταστροφικά αποτελέσματα μιας τέτοιας μεθόδου. Θα σήμαινε επίσης να προσπαθούμε να υλοποιήσουμε μια ιδέα (αν όχι ένα ιδανικό) ενός τρόπου να είμαστε μαζί που είναι ήδη δεδομένος, τετελεσμένος, και άρα κλειστός προς οποιονδήποτε μελλοντικό μετασχηματισμό (κλειστός σε ό,τι δεν θα του ταίριαζε).         

Η πρόκληση, αντίθετα, θα ήταν να βιώσουμε την ανεδαφικότητα ως εκείνο το άνοιγμα που είναι η συνύπαρξή μας καθ’ εαυτήν. Από αυτήν την οπτική, η βίωση της απορίας της κοινότητας, όπως η σημερινή, μπορεί να περιλαμβάνει τη δημιουργία ή την εφεύρεση ενός ταξιδιού όπου δεν προϋπάρχει κανένα μονοπάτι, ενός ταξιδιού που δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένο –κανένα αληθινό ταξίδι δεν είναι, άλλωστε-, αλλά θα παραμένει αντίθετα διαρκώς ανοικτό στις άγνωστες διαπραγματεύσεις και μετασχηματισμούς.[28] Ο «τόπος» αυτής της κοινότητας, συνεπώς, θα ήταν μια κίνηση δίχως τέλος, μια Οδύσσεια δίχως Ιθάκη, προς κάτι που δεν έχει ακόμη αποτελέσει αντικείμενο της ελπίδας ή του ονείρου.

Εκείνο που προσφέρεται, αν είναι να δεχτούμε τούτο το ριζοσπαστικό άνοιγμα προς ό,τι είναι να γίνει, δεν είναι η ελπίδα, αλλά η απελπισία. Η απελπισία όμως, εδώ, δίχως να την αναγάγουμε σε ένα αρνητικό συναίσθημα· αντίθετα ως μία στάση που, χωρίς να περιλαμβάνει τη δυνατότητα να ελπίζουμε σε προκατασκευασμένες αλήθειες, διατηρείται ανοιχτή στις δυνατότητες που ακόμα δεν έχουμε σκεφτεί. Ομοίως, εκείνο που έρχεται στην επιφάνεια κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν είναι λύσεις, αλλά αβεβαιότητες. Και πάλι όμως, όπως έγραψε κάποτε ο Jean-LucNancy, «Εκεί που καταρρέουν οι βεβαιότητες συσσωρεύεται μια δύναμη που δεν την φτάνει καμιά βεβαιότητα».[29]

Αυτός είναι και ο λόγος, θα ήθελα να πιστεύω, που χαμογελάει ο Αλεξανδρινός ποιητής στο τελευταίο σχόλιο του Giorgio Agamben.      

 

 

Μετάφραση: Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς

Επιστημονική Επιμέλεια: Στάθης Παπασταθόπουλος

 

 Μέρος Β' (υποσημείωσεις)

Επιστροφή Επάνω