Όπου ο Άντων Τσέχωφ συναντά τον Γιώργο Χειμωνά

του Γιώργου Χαβουτσά

Shishkin DozVDubLesu 114

Ivan Shishkin - Rain in an Oak Forest (1891)

 


Ξέρουμε ότι στη φύση υπάρχει το α, β, γ, δ, ε, υπάρχει το ντο, ρε, μι, φα, σολ, υπάρχει η καμπύλη, η ευθεία, ο κύκλος, το τετράγωνο, το πράσινο χρώμα, το κόκκινο, το γαλάζιο… Ξέρουμε ότι όλα αυτά, όταν έρθουν σε ορισμένους συνδυασμούς, καταλήγουν σε μια μελωδία ή σε στίχους ή σ’ έναν πίνακα, όπως και τα απλά χημικά στοιχεία σε ορισμένους πάλι συνδυασμούς μάς δίνουν το ξύλο, την πέτρα ή τη θάλασσα, αλλά εκείνο που ξέρουμε εμείς είναι ότι ο συνδυασμός αυτός υπάρχει, η διαδικασία του όμως μάς είναι άγνωστη. Όποιος κατέχει την επιστημονική μεθοδολογία, νιώθει ότι ένα μουσικό κομμάτι κι ένα δέντρο έχουν κάτι το κοινό, ότι και το ένα και το άλλο δημιουργούνται με βάση κάποιους νόμους το ίδιο ορθούς και απλούς. Εξ ου και το πρόβλημα: ποιοι είναι αυτοί οι νόμοι; Εξ ου και ο πειρασμός να γράψει κανείς μια φυσιολογία της καλλιτεχνικής δημιουργίας (όπως ο Μπομπορίκιν[1]) και για τους πιο νέους και συνεσταλμένους ο πειρασμός να κάνουν αναφορές στην επιστήμη ή στους φυσικούς νόμους (όπως ο Μερεζκόφσκι[2]). Η φυσιολογία της καλλιτεχνικής δημιουργίας μάλλον υπάρχει στη φύση, αλλά πρέπει να σταματήσουμε αμέσως κάθε χιμαιρική προσπάθεια να την ανακαλύψουμε. Αν οι κριτικοί υιοθετήσουν την επιστημονική άποψη, τίποτα το καλό δεν πρόκειται να βγει: θα χάσουν καμιά δεκαριά χρόνια, θα γράψουν κάμποσες ανοησίες με μοναδικό αποτέλεσμα να μπερδέψουν ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Καλό είναι να σκέφτεται κανείς με τρόπο επιστημονικό· το άσχημο όμως είναι ότι η επιστημονική σκέψη για την καλλιτεχνική δημιουργία τελικά θα οδηγήσει, έτσι ή αλλιώς, στα «κύτταρα» ή τα «κέντρα» που ρυθμίζουν τη δημιουργική ικανότητα. Ύστερα από αυτό κάποιος ξεροκέφαλος Γερμανός θα τ’ ανακαλύψει αυτά τα κέντρα κάπου στο κροταφικό τμήμα του εγκεφάλου, ένας άλλος δεν θα συμφωνήσει μαζί του, ένας τρίτος Γερμανός θα συμφωνήσει, ενώ κάποιος Ρώσος θα ξεφυλλίσει το άρθρο για τα κύτταρα και θα δημοσιεύσει μια διατριβή στον «Αγγελιοφόρο του Βορρά». Ο «Αγγελιοφόρος της Ευρώπης» θα θέσει υπό αμφισβήτηση αυτή τη διατριβή κι επί τρία χρόνια θα φυσάει στη Ρωσία ένας αέρας μεταδίδοντας την επιδημική αυτή ανοησία, που θα δώσει σε μερικούς πλήθος κουτά λεφτά και όνομα, ενώ τους έξυπνους ανθρώπους θα τους κάνει ν’ αγανακτήσουν.

Από επιστολή που έστειλε ο Τσέχωφ το 1888 στον Σουβόριν[3], σχολιάζοντας ένα άρθρο του Μερεζκόφσκι.

Και τώρα o Γιώργος Χειμωνάς:

Όποιος και να είναι ο «υλισμός» της νόησης, η βιολογία της εν γένει, το πρόβλημα της καίριας και ορθής, πλήρους σύλληψής της θα παραμένει ακατάστρωτο, ανέπαφο, «άλυτο». Γιατί εκείνο που πιέζει δεν είναι να ανακαλύψουμε το οποιοδήποτε σωματικό έδαφος αυτών των δράσεων. Σ’ αυτό το σημείο, ο ενθουσιασμός άξιων ανθρώπων, όπως ο Changeux, μού φαίνεται ανησυχητικά αθώος. Αν στις αναζητήσεις μας καταλήξουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε, σ’ ένα κύτταρο και σε μια ουσία, η απάντηση που έρχεται από εκεί είναι ένα παγωμένο ρεύμα αέρα. Σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να καταλύσει τους τρόμους μας, τουναντίον – όπως η αγγειοπιεσίνη ΙΙ, που εμφανίζεται γελοιωδώς άσχετη με αυτό που εννοούμε και αισθανόμαστε ως δίψα, αυτή την οδυνηρή και ηδονική μελαγχολία της στέγνωσης [...] Από εδώ και πέρα, να το πάρουμε Απόφαση – όποια και να είναι η ύλη της ύπαρξής μας (που μόλις σήμερα αρχίζει η ουσιώδης “απανθρώπισή” της), ο νους, ο ψυχισμός μας (έτσι όπως τελεσίδικα έχει αποσπασθεί από τις σωματικές του υποδοχές, και όπως το πνευματικό φαινόμενο, γεννώμενο από μιαν απότομη μεταμόρφωση, εξαλλαγή του σωματικού, το αποσβεννύει, το αντικαθιστά) θα απαιτεί πάντα, όπως το απαίτησε πάντα (όσο κι αν παραχαράχθηκε από έναν ανεξέλεγκτο και υποτιμητικό για τον άνθρωπο ιδεαλισμό), έναν αυστηρά ειδικό τρόπο να τον εννοούμε κι έναν πάντα αποκλειστικό λόγο να μιλάμε γι’ αυτόν».

Από το Σχόλιο ΙΙ (Μάθημα έβδομο και τελευταίο για τον Λόγο), του Γιώργου Χειμωνά. Ο Χειμωνάς εκφράζει εδώ την αντίθεσή του, με τον πάντα γοητευτικό, καίριο και γεμάτο παρενθετικές προτάσεις λόγο του, στις απόψεις του Jean-Pierre Changeux, όπως αυτές διατυπώνονται στο βιβλίο του τελευταίου «Ο Νευρωνικός Άνθρωπος». Πάντα μου άρεσε να διαβάζω συνδυαστικά τα δύο αυτά κείμενα, του Τσέχωφ και του Χειμωνά. Και πάντα μού άρεσε να καταλήγω σε μια συγκινητική υποσημείωση του Χειμωνά, δευτερεύουσας σημασίας ως προς το κυρίως θέμα, με την οποία κατέκρινε τον Changeux για τον εξοβελισμό του Χριστού από το χρονολόγιό μας: «Είναι απολύτως ενδεικτική, και κάπως παιδική, στο σύγγραμμα, η αντικατάσταση του οριακού προσδιορισμού π.Χ. και μ.Χ. με το αόριστο “η εποχή του πολιτισμού μας”. Κρίνω κωμικά “φανατική” την εκδίωξη του Χριστού από τον χρόνο μας, για να μην πω εσφαλμένη ιστορικά και, ασφαλώς (και από αθεϊκής ακόμη σκοπιάς), ασεβή.

 


[1] Pyotr Dmitryevich Boborykin (1836-1921). Ρώσος συγγραφέας και δημοσιογράφος

[2] Dmitry Sergeyevich Merezhkovsky (1866-1941). Ρώσος συγγραφέας, κριτικός. Βασικό μέλος του κινήματος του συμβολισμού. Δύο φορές πολιτικός εξόριστος από την ΕΣΣΔ

[3] Aleksey Sergeyevich Suvorin (1834-1912). Δημοσιογράφος, εκδότης και θιασάρχης. Φίλος, για ένα διάστημα, του Τσέχωφ

Επιστροφή Επάνω