Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Ένας χωρισμός – Άσγκαρ Φαραντί (2011)

του Δημήτρη-Χρυσού Τομαρά

 

 

bscap0005

 

Τα μοντέλα που έχουν γίνει αυτόματα (που έχουν ζυγίσει το κάθε τι, το έχουν μετρήσει, χρονομετρήσει και το έχουν επαναλάβει δέκα, είκοσι φορές) και τα οποία ρίχνονται έπειτα στο κέντρο των γεγονότων της ταινίας σου –οι σχέσεις τους με τα αντικείμενα και τα πρόσωπα γύρω τους θα είναι σωστή, διότι δεν θα είναι προϊόν σκέψης.

Robert Bresson, Notes sur le cinématographe

 

Αν είναι να σκαλίσουμε μερικές γραμμές για ένα κινηματογραφικό αριστούργημα της χρονιάς που πέρασε, που είναι ο Χωρισμός του Άσγκαρ Φαραντί, το κάνουμε έχοντας διαρκώς στο μυαλό δύο πράγματα, που εν τέλει συνοψίζουν, ίσως, την επήρεια της ταινίας: Πρώτον, μία εντελώς σύγχρονη, διεισδυτική και ανεπιτήδευτη σπουδή πάνω στο προσωπικό και το κοινωνικό. Δεύτερον, μια λεπτεπίλεπτη φιλμική πραγματεία της ηθικής, η οποία λαμβάνει χώρα με τόση μαεστρία, που καταλήγει να γίνεται αντιληπτή ως κατάκτηση αυτονόητη. Γύρω από τους άξονες αυτούς χτίζεται ένα ανεπανάληπτο δράμα σύνθετης ομορφιάς, απέριττων χειρισμών του κινηματογραφικού χώρου και χρόνου, αναλυτικού στοχασμού που ουδέποτε γίνεται διδακτικός, ανοικτών πεδίων στοχασμού, προσωποκεντρικής οπτικής του φακού, μιας αδιάκοπης αίσθησης ότι η παρατήρηση του φακού διακατέχεται από τρομερή παραχώρηση ελευθερίας στον κάθε χαρακτήρα, και φυσικά, στον κάθε θεατή.

Προκειμένου να συνοψιστεί η ταινία θα έπρεπε να τείνουμε προς την αφόρητη ανάλυση, πράγμα που έχουμε, εδώ, σκοπό να αποφύγουμε πάση θυσία. Ως εκ τούτου, ας περιοριστούμε να αναφέρουμε μόνο τα επίπεδα μιας ανάλυσης του Χωρισμού, δηλαδή αναμνήσεις μιας εικόνας που μας άφησε αυτό το ρευστό κινηματογραφικό μωσαϊκό.

Είναι πράγματι απίστευτη η επιτυχία του Φαραντί καθώς ψιθυρίζει στο πανί με τόση ένταση και συνάμα διακριτικότητα τις ζωές τόσων χαρακτήρων. Να απευθύνει ευχές, ερωτήσεις και χαμόγελα προς τον Nader, την Simin, την Termeh, την Razieh, τον Hojjat, την μικρή κοπελίτσα της Razieh, δίχως να ξεχνάμε και τον φοβερό παππού της κεντρικής οικογένειας. Συγχρόνως όμως (κάτι που μετατρέπεται σε ουσιώδες σημείο της τέχνης του), να τους αφουγκράζεται παρακολουθώντας τους, να τους κινηματογραφεί παρατηρητικά δίχως να επεμβαίνει στον χορό της ιστορίας τους, να τους ακούει με σεβασμό απαράβατο, και γι’ αυτό βαθιά ευαίσθητο. Διότι ό,τι συμβαίνει στις δύο ώρες της ταινίας, πράγματα εξαιρετικά καθημερινά, διαδικαστικά, είναι στην πραγματικότητα αποτυπώσεις εσωτερικών στιγμών που καταγράφονται με τον μέγιστο βαθμό της διακριτικότητας και του σεβασμού –τα πρόσωπα είναι τόσο ελεύθερα που είναι σαν να μην ανήκουν σε κανέναν άλλον πέρα από τον εαυτό τους. Παγιδευμένα βέβαια πρόσωπα, ίσως μερικές φορές καταδικασμένα, θα έλεγες, περιχαρακωμένα σε όρια που δεν φτιάχνουν τα ίδια, μοναδικές περιπτώσεις θλίψης, αγωνίας, πάλης και συμπόνιας, τραγικές μορφές που επιχειρούν μέσα στην ύπαρξη να διεκδικήσουν τους χώρους τους, να συγκρουστούν, να δικαιώσουν το προσωπικό εντός του κοινωνικού, να φτάσουν στα άκρα τις προσωπικές τους επιλογές. Ανακαλύπτουν όμως, σαν τραγικοί ήρωες, όρια που συγκροτούνται εξωτερικά από αυτούς, όρια κανόνων, διαπροσωπικά, κοινωνικά, οικογενειακά, όρια της ίδιας της πίστης τους. Και εκεί είναι που αφήνουμε τα πρόσωπα του Χωρισμού, εκεί είναι που τα εγκαταλείπουμε στον άφταστο κόσμο που έπεται της κινηματογραφικής εμπειρίας, στο σημείο δηλαδή όπου όλα έχουν καταρρεύσει σε ένα απόλυτο όριο, πέρα από το οποίο δεν θα βρουν τίποτα άλλο από μια απελπιστική σιωπή: όλα έχουν δοκιμαστεί, όλα έχουν επιχειρηθεί, και πέρα από το σημείο λήξης ο καθένας θα έρθει αντιμέτωπος με το πνεύμα της σιωπής, της ανείπωτης αναμέτρησης. Κάπως έτσι λειτουργούν τα υπέρτατα όρια.

Στον Χωρισμό δεν θα βρεις συγκλονιστικά τοπία, ανοιγμένους χρόνους, ιδέες και μεγάλα λόγια, ούτε θα εντοπίσεις προσπάθεια για υπέρβαση των γεγονότων, εν είδει ανοικτών οριζόντων. Θα ανακαλύψεις, αντίθετα, κλειστούς χώρους, αδιάκοπες διευθετήσεις μεταξύ πολλών χαρακτήρων∙ ένα αυθεντικά προσωπικό στυλ κινηματογραφίας που βασίζεται στην ρυθμική παρατήρηση μιας χορογραφίας, τόσο ανεπιτήδευτα φυσικής που καταντά αριστούργημα. Θα βρεις τη συνέχεια του Τι απέγινε η Έλι. Θα βυθιστείς αργά σε μια προοδευτική αποκάλυψη μιας σειράς γεγονότων που αφορούν δύο, βασικά, οικογένειες, το ξεφλούδισμα συγκρούσεων μεταξύ πολλών προσωπικών κόσμων∙ βλέμματα χαρακτήρων που είναι οι καθρέπτες τους∙ το ξετύλιγμα μιας ιστορίας που περιλαμβάνει σιγά σιγά λεπτούς και σύνθετους συσχετισμούς μεταξύ των προσώπων∙ πρόσωπα που το καθένα αποκτά, καθώς τα λεπτά κυλούν, την δική του, εντελώς ιδιαίτερη ποιότητα. Το δράμα αυτό του Φαραντί φέρνει στο προσκήνιο ένα κεντρικό γεγονός γύρω από το οποίο περιστρέφονται οι χαρακτήρες του, οι οποίοι κουβαλούν ελπίδες, αγωνίες, βουλήσεις. Κουβαλούν την ίδια τους την ύπαρξη. Και μέσα στις μικρογραφίες των αλλεπάλληλων συγκρούσεών τους, είναι σαν να προσπαθούν να βρουν ένα νόημα, μία χρυσή τομή μεταξύ των δικών τους βουλήσεων και των βουλήσεων των άλλων, σαν να προσπαθούν να βρουν έναν κοινό τόπο. Ο κοινός τόπος είναι, μολαταύτα, μια ουτοπία. Οι προσωπικές κραυγές του καθένα τους, οι προσωπικές οπτικές του καθένα τους στο τέλος ενώνονται σε μία λύση του δράματος, μία λύση όμως που εν τέλει δεν είναι κοινή, που ενσωματώνει τον χωρισμό των προσώπων, όπως άλλωστε αφηγείται και την τραγική συνειδητοποίηση των υπέρτατων ορίων του προσωπικού. Και είναι εδώ, που στην ουσία ανακύπτει η διαπραγμάτευση της ηθικής, ως κυρίαρχο ζήτημα στοχασμού του Χωρισμού.

Jodaeiye_Nader_az_Simin_02Οι άξονες είναι εν τέλει προφανείς, όλοι τους αλληλένδετοι, αρμονικά συνυφασμένοι μέσα σε μια σύνθεση που συγκροτείται καλλιτεχνικά με μαγικούς συνδέσμους: Η οικογένεια, το διαζύγιο, το γυναικείο ζήτημα και η θέση των δύο φύλων στην σύγχρονη ιρανική κοινωνία, η τυπική κοινωνική δομή του Ιράν, το κοσμικό και το θρησκευτικό στοιχείο, οι κοινωνικές τάξεις και η ηλικία. Ζητήματα όμως που δεν συζητώνται από απόσταση, εν είδει ψυχρής μελέτης και ακαδημαϊκίζουσας αποτύπωσης, αλλά βιωμένες έντονα στον εσωτερικό παράγοντα, με τρομερή δουλειά στους επιμέρους χαρακτήρες, οι οποίοι ζωντανεύουν το φιλμ, αποτελούν τους αδιαφιλονίκητους πρωταγωνιστές του, με έναν ιδιαίτερο και προσωπικό τρόπο ο καθένας τους. Είναι σαφές, ότι οι ατελείωτες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις της ταινίας συνιστούν ένα πλεκτό από προσωπικές θέσεις και επιθυμίες. Όλες όμως μαζί, δεν καταλήγουν στην επικράτηση κανενός. Δεν ορίζει κάποιος κάποιον άλλο, δεν νικά κανείς. Το νόημα δεν είναι η ανακάλυψη κάποιας ανυπέρβλητης αλήθειας, κάποιας ύψιστης ηθικής αξίας. Η κυρίαρχη ηθική υπάρχει, ως οδηγός, αλλά όλοι έρχονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο απέναντί της, για να παραβούν ή να ακολουθήσουν προδιαγραμμένες πορείες μέχρι το μέτρο του ανθρώπινου να συγκρουστεί μαζί τους.

Ο θεατής επαναθεωρεί ολόκληρη την ηθική του συγκρότηση περί «καλού» και «κακού», ειδικά αν προέρχεται από τα απλουστευμένα στερεότυπα της δυτικής κουλτούρας. Στον Χωρισμό δεν υπάρχει «καλός» και «κακός», αντίθετα εκείνο που συναντάμε είναι μια ολική αναδιαπραγμάτευση του διπολικού τρόπου σκέψης, μέσω πολλαπλών επιπέδων, πολλαπλών γωνιών θέασης, πολλαπλών αληθειών των προσώπων. Θα ανακαλύψει επομένως ο θεατής, πρώτον πως πρέπει να απεκδυθεί την όποια δυτική αντίληψη ηθικής ορθότητας διαθέτει, και δεύτερον, πως η ίδια η ταινία αποτελεί στην ουσία της έναν αναστοχασμό πάνω στην έννοια των επιλογών και των προσωπικών κόσμων, που είναι καταδικασμένοι να συνθλίβονται ο ένας πάνω στον άλλο.

Ο Χωρισμός είναι γειωμένος σε μια λεπτομερή ανθρωπογεωγραφία. 0ι άνθρωποι του Χωρισμού, ελεύθεροι όσο και μοιραία εγκλωβισμένοι, συζητούν τα πάντα. Ολόκληρη η εξέλιξη των γεγονότων που καλούνται να αντιμετωπίσουν και που δημιουργούν βρίσκεται διαρκώς σε μια διαπραγμάτευση. Τα σκληρά συναισθήματα βρίσκονται μέσα σε έναν διάλογο, έναν διάλογο όμως που είναι πάντοτε έτοιμος να χρησιμοποιήσει επιχειρήματα, προκειμένου να πείσει. Ακόμη και όταν τα πράγματα φτάνουν στα άκρα, ακόμη και τότε οι χαρακτήρες του Χωρισμού μιλούν ο ένας στον άλλο, και άρα ο λόγος γίνεται το πολυτιμότερο εργαλείο τους, το μέσο της ίδιας τους της ύπαρξης. Πάντοτε με έναν ενδόμυχο σεβασμό προς τον άλλο, πάντοτε περιμένοντας μια ανώτερη, θα έλεγες, δύναμη να λύσει τα μάγια της απροσιτότητας και της αδιαλλαξίας. Την ίδια στιγμή, όλα οδηγούνται προς την συμφορά, όλοι καταλήγουν σε ένα καταληκτικό βλέμμα, όλοι στο τέλος βρίσκουν τον εαυτό τους και τη μοναξιά στην διακοπή της ομιλίας. Και φυσικά, οι περισσότεροι από αυτούς τους χαρακτήρες ενσαρκώνουν ένα παιχνίδι διαδοχής του καλού με το κακό.

Η πολυπλοκότητα του σεναρίου, όσο και η μαεστρία με την οποία αναπτύσσεται η δράση με λειτουργικό τρόπο προκειμένου να αποκαλυφτούν και να ξεδιπλωθούν τα πρόσωπα του έργου με όλες τους τις εσωτερικές αντιφάσεις, αποτελεί τον χάρτη πάνω στον οποίο χαράσσονται όλες οι θεματικές. Πρόκειται για άξονες βάση των οποίων οι άνθρωποι χωρίζουν, απομακρύνονται. Πρόκειται είτε για φραγμούς, είτε για συγκροτημένα συστήματα μέσα στα οποία οι ατομικότητες συγκρούονται: Οικογένεια, κοινωνική τάξη, φύλο, θρησκεία, ηλικία. Και σύντροφος αυτής της ακραίας πολυπλοκότητας είναι η κάμερα του Φαραντί: Αεικίνητη, διακριτική, παρατηρητική, παίζει διαρκώς με τον θεατή. Τον αφήνει να δει ορισμένα μόνο πράγματα, αφήνει να εννοηθούν μερικά άλλα, ακολουθεί τους χαρακτήρες του από απόσταση, σαν να μην θέλει να παρέμβει. Πρόκειται για έναν λεπτεπίλεπτο-διακριτικό διαμεσολαβητή μεταξύ του θεατή και των φιλμικών σημαινόντων. Και όμως, μέσω αυτής της αφοσιωμένης συνεργασίας (κάμερας-προοδευτικής εξέλιξης της ιστορίας) προκύπτει ένα θαύμα: Το εξαιρετικά πολύπλοκο γίνεται αυτοστιγμεί εξαιρετικά απλό, και όλα μοιάζουν αυτονόητα. Σε ένα δεύτερο μάλιστα επίπεδο, η κάμερα του Φαραντί δείχνει να σέβεται βαθιά τους χαρακτήρες του, και μαζί τον θεατή. Για τους μεν υπάρχει μια αδιάκοπη αίσθηση πως κινηματογραφούνται σαν μικροί άγιοι, πλάσματα μιας αλλόκοτης αθωότητας. Για τους δε θεατές, νομίζουμε πως απλώς παίζεται ένα παιχνίδι με τις γωνίες και τις θέσεις λήψης, ώστε ποτέ να μην μας προσφέρεται πραγματικά μια απόλυτη αλήθεια για την φιλμική πραγματικότητα, πάντοτε να διαφυλάσσεται μια υπόνοια αμφιβολίας, πάντοτε να διατηρούμε εκείνη την αμφίβολη φιλοσοφική στάση που καθορίζει το τρεμοφέγγισμα των σκιών που καθορίζει και την αληθινή συνύπαρξη μεταξύ των ανθρώπων. Πράγματι, εμείς, οι θεατές του Χωρισμού, τοποθετούμαστε εκεί όπου μας αφήνει να βρεθούμε κάθε φορά η κάμερα, εκεί δηλαδή όπου βρισκόμαστε σε σχέση με την αλήθεια, καθιστώντας ολόκληρη τη θέαση ένα ευφυές παιχνίδι με την οπτική πληροφορία που μας δίνεται. Κατά την ίδια έννοια, επίσης, οι χαρακτήρες του Χωρισμού εμφανίζονται πάντοτε σε μια διαλεκτική σχέση χωροθετικά ο ένας προς τον άλλο, έτσι ώστε να «μιλούν», πολλές φορές, δίχως να μιλούν, ώστε να δηλώνουν, δίχως κυριολεκτικά να δηλώνουν.

Τέτοια προφανή πράγματα συμβαίνουν εδώ, πράγματα που παράγουν νόημα με λειτουργικό τρόπο. Αν, δε, λάβουμε υπ’ όψιν την προσήλωση που δείχνει ο κινηματογραφιστής μας στο προσωπικό δράμα του κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά και τον ασύλληπτο σεβασμό στο προσωπικό σύστημα των χαρακτήρων του, δεν μας εκπλήσσει καθόλου που μέχρι και το τέλος αρνείται να πάρει την οποιαδήποτε θέση: Δεν κρίνει, δεν δικάζει. Ακόμη και ο δικαστής του φιλμ, θυμίζοντας ίσως λίγο τον αντίστοιχο δικαστή του Close-up του Κιαροστάμι, εμφανίζεται να ενσαρκώνει ένα σύστημα διαπροσωπικής συνεννόησης, όπου οι άνθρωποι διακατέχονται από μια αίσθηση της δικής τους κάθε φορά ενοχής, μία αντίληψη του εαυτού τους απέναντι σε μια δικαιοσύνη των ανθρώπων και του Θεού. Δεν είναι φυσικά τυχαίο πως ο Θεός (βασικό στοιχείο, αναμφίβολα, της πλοκής του Χωρισμού) εμπλέκεται σε διάφορα σημεία της ταινίας σηματοδοτώντας το υπέρτατο σημείο, αποτελώντας, επίσης, τον μοχλό για μεταστροφή: Μεταστροφή και καταστροφή, τα κυρίαρχα ζητήματα των δύο, ιδιαιτέρως, προσώπων της εργατικής τάξης, της Razieh και του Hojjat. Ούτε άλλωστε είναι τυχαίο πως Θεός, ψεύδος και αλήθεια συνυφαίνουν ένα κουβάρι αφήγησης που εμποτίζει εξαιρετικά σύνθετες διαστάσεις σχέσεων: Ποιός μπορεί να ξεχάσει, για παράδειγμα, την μικρή Τermeh, όπου όλες οι επιλογές της οικογένειάς της τελικά πέφτουν επάνω της, όπου όλα της φορτώνονται, για να συνοψιστεί εν τέλει ένας ολόκληρος ιστός από ενέργειες στο πρόσωπό της, στην τελευταία σκηνή του δικαστηρίου;

Ο Φαραντί κέρδισε το όσκαρ ξένης ταινίας για τον Χωρισμό. Ήταν επίσης ένα από τα 100 πρόσωπα της χρονιάς για το περιοδικό Time. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι δεν παρουσιάζει ή ότι αποκρύπτει το σκληρό, θεοκρατικό Ιράν με όλες τις εκφάνσεις του εκείνες που αρνούνται και καταπατούν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, τουλάχιστον όπως έχουν οριστεί αυτά από τις δυτικές δημοκρατίες. Και όμως, πόσο συχνά βλέπουμε στον δυτικό κινηματογράφο μία τόσο βαθιά εξερεύνηση του διαλόγου, της έννοιας των ουσιαστικών επιχειρημάτων, ως προέκταση των προσώπων, ως ζωτικό πεδίο λειτουργίας και ανάπτυξης της κινηματογραφικής πράξης;

Ο Χωρισμός, με τις εκπληκτικές του ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς που συμμετέχουν, αποτελεί τη συνέχεια της μεγάλης ιρανικής παράδοσης, της παράδοσης των Μαχμαλμπάφ, Παναχί και Κιαροστάμι. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται (για πολλούς λόγους, είναι αλήθεια), πρόκειται για ένα σινεμά της ελευθερίας, για ένα σινεμά του ελεύθερου στοχασμού.

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes