Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

H στοιχειωμένη μαύρη φιγούρα του τραγουδιού του

του Δημήτρη-Χρυσού Τομαρά

 

heym

Georg Heym, «Ο Κλέφτης – Επτά Αφηγήματα»

Μετ. Γιάννης Καλιφατίδης

Εκδ. Νεφέλη. Αθήνα 2009. Σελ. 166.


Ο Georg Heym υπήρξε ένα παιδί-θαύμα των γερμανικών γραμμάτων. Γεννημένος το 1887 στη Σιλεσία, γόνος ευκατάστατης αστικής οικογένειας, εμφανίζει νωρίς στη ζωή του όλα εκείνα τα συμπτώματα του θυελλώδους ποιητή. Περιπλανιέται, απαρνιέται τις πατρικές προσδοκίες, συναναστρέφεται φρενιασμένες μορφές καλλιτεχνών σε έναν τόπο έτοιμο να βιώσει τον νέο αιώνα, διαβάζει μανιασμένα Νίτσε, Μπύχνερ, Γκράμπε, Κλάιστ, Ρεμπώ, Μπωντλαίρ, Χαίλντερλιν, εξασκείται στον τυχοδιωκτισμό και την αυτοκαταστροφή, αμβλύνει την ευαισθησία του στον νέο τεχνολογικό πολιτισμό, αναμένει έναν πόλεμο ως σωτηρία από την ανία της αναμονής: Ο άνθρωπος του 1914 έπληττε κυριολεκτικά μέχρι θανάτου, γράφει ο Μούζιλ το 1917, όπως μας ενημερώνει ο μεταφραστής Γιάννης Καλιφατίδης στον πρόλογό του. Πράγματι, η καταστροφή και η δημιουργία έχουν φιλιώσει στα μύχιά του: Ο Georg Heym εν τέλει είναι ένας νεαρός συγγραφέας που έρχεται με ορμή και πάθος να μιλήσει με ωμότητα για την απελπισία που του καίει τα σωθικά, για τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι στον Θεό και απέναντι στην τάξη της κοινωνίας του. Οι σελίδες είναι ποτισμένες από έναν δαιμονικό πυρετό.

Εκείνα που η ιστορία της τέχνης και η φιλολογία αναγνωρίζουν ως πυρήνες του εξπρεσιονισμού, βρίσκονται στη λογοτεχνική τους μορφή εντός του έργου του Heym, τόσο του πεζογραφικού, που έχουμε μπροστά μας τώρα στα Ελληνικά, όσο και του ποιητικού. Διότι και τα επτά διηγήματα του τόμου είναι πρώιμα εξπρεσιονιστικά λογοτεχνήματα, εκλεκτοί φίλοι του μεταγενέστερου έργου τόσων και τόσων εξπρεσιονιστών ζωγράφων, δραματουργών, κινηματογραφιστών ή και μουσικών, με πάθος προς το ατομικό πνεύμα, την κοινωνική αποτύπωση, την βίωση της πτώσης του ονείρου μέσα στην ιστορία.

Ο Μανιακός, για παράδειγμα, αποφυλακίζεται μόλις από το φρενοκομείο και μέσα σε λίγες ώρες προλαβαίνει να σκορπίσει τον τρόμο σε όποιον βρίσκει μπροστά του (επιτέλους, τώρα ο κόσμος θα έπαιρνε το μάθημα που του άξιζε). Αυτό που ενδιαφέρει όμως πρωτίστως τον συγγραφέα είναι η παθολογία του ψυχασθενούς, τα συμπτώματά του, όπως και η βαθιά εγχάραξη εικόνων και ήχων στο κεφάλι του αναγνώστη. Και ενώ όλα αυτά είναι σε συνομιλία με τον Λεντς του Μπύχνερ, μια από τις αξέχαστες στιγμές του διηγήματος είναι ο κρότος που κάνουν δύο παιδικά κεφαλάκια καθώς συνθλίβονται από τα χέρια του μανιακού, το ένα επάνω στο άλλο. Ακραία ψυχοπάθεια και φρίκη, το πνεύμα του Βαν Γκογκ, του Rottluff, του Dix και τόσων άλλων βασανιστικών εικόνων, διατρέχουν όλα τα κείμενα:

Η πανούκλα έχει τη μορφή φαντάσματος μιας γριάς ντυμένης με ένα μαύρο παλιομοδίτικο φόρεμα και η οποία προσβάλλει μυστηριωδώς το πλήρωμα του Καραβιού. Ο Ιωνάθαν βυθίζεται σε ένα εντυπωσιακό παραλήρημα στον ψυχρό κόσμο ενός νοσοκομειακού ιδρύματος. Ένας νέος βλέπει τα όνειρα που έκτισε το πάθος του για μια κοπέλα να καταρρέουν, υποκύπτοντας στην προδοσία Ενός Απογεύματος. Το πλήθος του Παρισιού παρελαύνει προς τις Βερσαλλίες, άγρια και λυρικά, καθώς ο συγγραφέας γίνεται ζωγράφος μιας παντοδύναμης στρατιάς (Η 5η Οκτωβρίου).

Ο δε Κλέφτης, είναι ένας άνθρωπος παθιασμένος, βαθιά τρελός και ερωτευμένος, κοντολογίς είναι μια μορφή αξιαγάπητη όσο και τρομερή, που το αλλόκοτο αντικείμενο του πόθου του πρέπει να τυφλωθεί (...θα χρειαζόταν να κάνει μια εγχείρηση στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου...). Το τελευταίο αυτό αφήγημα είναι εμπνευσμένο από την κλοπή της Μόνα Λίζα από τον Λούβρο τον Αύγουστο του 1911. Έως όμως και την ανατριχιαστική Νεκροτομή (το γενικό πλάνο ενός νεκρού που συντάσσει το τελευταίο όνειρο ως τρομερή αντίσταση στην χειρουργική ανατομία του εγκεφάλου του), οι εικόνες του νεαρού γερμανού μας ποιητή σφηνώνονται με δύναμη στο μυαλό. Φιγούρες παρανοϊκές, βυθισμένες στην αρρώστια, παραληρούν στη φρίκη της πραγματικότητας, ανασαίνουν με ηδονή τον αέρα της αυτοκαταστροφής τους. Είναι τα είδωλα εκείνα που μας μάγεψαν στον κινηματογράφο του Εργαστηρίου του Dr Caligari (R. Wiene, 1921), ή του Νοσφεράτου (Murnau, 1922). Οι χαρακτήρες του Heym, φορείς μιας μακράς παράδοσης των Γερμανών προς τη φρίκη, αποτελούν ύμνους προς την διαταραχή της ψυχής και του σώματος.

Πώς αλλιώς να πέθαινε αυτός ο ποιητής; Ο εικοσιπεντάχρονος Georg Heym αφήνει την ύστατη ανάσα στα νερά ενός γερμανικού ποταμού. Παγοδρομεί με τον φίλο του συγγραφέα Ernst Balcke όταν μια τρύπα στον πάγο τούς καταπίνει. Οι φήμες λένε ότι πολέμησε για τη ζωή όσο μπορούσε περισσότερο, κραυγάζοντας για βοήθεια. Μα οι άνθρωποι ήταν πολύ μακριά γι’ αυτόν. Έτσι παραδόθηκε οριστικά στην κυκλική δίνη μιας μαύρης φιγούρας που ήταν λες από πάντα η αγαπημένη του, η στοιχειωμένη φιγούρα του τραγουδιού του.

Ο μεταφραστής τιμήθηκε για τούτη τη δουλειά του με το Βραβείο Μετάφρασης Γερμανικής Λογοτεχνίας του ΕΚΕΜΕΛ (2010).

 

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes