Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Κρίνοι στον πατρώο τύμβο

της Λίνας Πανταλέων

barry

Σεμπάστιαν Μπάρυ

Εις γην Χαναάν

μτφρ.: Αύγουστος Κορτώ

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 246

 

Σε ένα μικρό ξύλινο σπίτι στα Χάμπτονς μια ηλικιωμένη γυναίκα σημειώνει σε ένα λογιστικό βιβλίο το ανέφικτο του ισοζυγίου οδύνης και ελπίδας. Η ίδια έχει εξαντλήσει τα όρια και των δύο και γι’ αυτό το γραπτό της είναι το τελευταίο γεγονός της ζωής της, η λεζάντα κάτω από την επικείμενη αυτοχειρία της. Η μνήμη της είναι εκατόμβη και η αναδρομή στο παρελθόν της μοιάζει με προσκύνημα σε τάφους. Ο μόνος θάνατος πια για τον οποίο της απομένει λίγη αντοχή είναι ο δικός της. Το σπίτι όπου ζει πάνω από τριάντα χρόνια βρίσκεται  κοντά στις ακτές του Ατλαντικού και δεν είναι λίγες οι φορές που δέχεται τα ραπίσματα από ξεφτισμένους σε νεροποντές τυφώνες, άκακοι «αντίλαλοι των πελώριων ωκεάνιων εαυτών τους». Ωστόσο, τα εποστρακισμένα πυρά της μεγάλης ιστορίας κατέπεσαν πάνω της με φονική δριμύτητα. Τέσσερις πόλεμοι, δύο παγκόσμιοι και δύο αμερικανικοί, της στέρησαν αγαπημένους άνδρες σαν να διεκδικούσαν την οφειλόμενη από μέρους της θυσία για την υποδοχή της στην παραδείσια επικράτεια της Αμερικής. Όπως η ίδια συλλογίζεται επιμελούμενη το ύστατο τεκμήριο της ύπαρξής της, ο μεγαλύτερος πόνος σε κάθε πόλεμο είναι η έλξη της πατρίδας, αυτή η δυναστική νοσταλγία για έναν τόπο αδήριτο στον οποίο ωστόσο είναι αδύνατο να επιστρέψει κανείς. Διότι ο νόστος δεν εύχεται την επιστροφή μόνο σε έναν τόπο αλλά και σε έναν συγκεκριμένο χρόνο. Ο γιος τής Λίλι Μπιρ επέζησε του πολέμου του Βιετνάμ, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν κατάφερε ποτέ να ξαναγίνει ο άντρας που ήταν πριν το μακελειό. Ο εγγονός της, πάλι, ο Μπιλ, ωθούμενος από μια αταβιστική παρόρμηση, αρχής γενομένης από τον αδελφό της γιαγιάς του, πήγε στην έρημο του Κόλπου, είδε τις πυρπολημένες πετρελαιοπηγές και επέστρεψε στο πάτριο έδαφος έχοντας κατακάψει κάθε ψυχικό ιχνοστοιχείο της υπόστασής του. Η έρημος είχε υφαρπάξει την πυξίδα της μνήμης και της καρδιάς του. Η αυτοκτονία του ήρθε απλώς να επισφραγίσει έναν ήδη συντελεσμένο θάνατο. Τώρα η γιαγιά του, οιονεί μητέρα, αφιερώνει τις σελίδες της στις ημέρες της απουσίας του.

Ο Σεμπάστιαν Μπάρυ, αυτός ο σπουδαίος συγγραφέας της Ιρλανδίας, διηθεί μέσα από την εξομολόγηση της ηρωίδας του τις πολυπλόκαμες έννοιες της πατρίδας και της εξορίας και αποτυπώνει σπαρακτικά το λύγισμα της ψυχής από το άφατο πένθος και την ερημία. Η Ιρλανδία απλώνεται σαν υδατογράφημα κάτω από τον αμερικανικό βίο της Λίλι, η οποία ανατρέχει νοερά σε μια πατρίδα ξένη καθώς η οικείωση των ιρλανδικών της χρόνων θα την υποχρέωνε να αναλογιστεί μια εξοντωτική απώλεια. Ο γενέθλιος τόπος είχε συρρικνωθεί στο μυαλό της σε μια γλυκιά μετωνυμία, στα ρείκια με τα λευκά άνθη που πολιορκούσαν την πατρογονική ιρλανδέζικη φάρμα. Και ξέρει καλά πως η απομάκρυνσή τους από τον φαντασιακό τόπο όπου αιώνια ανθοφορούσαν θα μαύριζε αυτομάτως τη λευκότητά τους. Άλλωστε εκείνη δεν είχε καταφέρει να σώσει κανέναν από τους πεφιλημένους της άνδρες από τη λύπη και τον φόβο, από τον πεπρωμένο σταυρό τους. Ακόμα και το όνομά της πένθιμο, παρέπεμπε στους επιτάφιους κρίνους και προοιωνιζόταν ισόβιους λυγμούς. Συνάμα όμως ενυπάρχει σε αυτό ο αρχετυπικός συμβολισμός της αγνότητας και του άχραντου σώματος της Παρθένου, ενώ η βοτανολογία συνεισφέρει στις παραδηλώσεις εντοπίζοντας την καταγωγή του κρίνου στη γη Χαναάν, την Παλαιστίνη. Η Λίλι έφερε το όνομά της υποκύπτοντας σε ένα αναπόδραστο μαρτύριο.

Ο Μπάρυ υποδεικνύει την αδυσώπητη σύνθλιψη των μικρών ιστοριών από την Ιστορία αντικατοπτρίζοντας τη σαρωτική της ορμή στα πένθη της Λίλι, η οποία είδε τη δική της γη Χαναάν να εγκατασπείρεται με τους τάφους αγαπημένων της. Η ζωή της ήταν στο μεγαλύτερο μέρος της εμπόλεμη, υπακούοντας σε μια μακάβρια νομοτέλεια που έμοιαζε να είχε πυροδοτηθεί τη στιγμή που ο αδελφός της ο Γουίλι επιστρατεύτηκε στον Μεγάλο Πόλεμο. Χρόνια μετά ο Μπιλ θα μεγαλώσει έκθαμβος από τη φωτογραφία αυτού του προγόνου με στρατιωτική περιβολή, αλλά και στον απόηχο της απουσίας του πατέρα του, θύμα ενός άλλου πολέμου. Η φυσιογνωμική ομοιότητα ανάμεσα στον Γουίλι και τον Μπιλ αποδείχθηκε μοιραία καθώς οι δυο τους αποτέλεσαν με το χαμό τους τα δύο άκρα της ακραίας απόγνωσης της Λίλι. Κάπου στο μέσο αυτής της ευθείας μια σφαίρα σκότωσε το σώμα του πρώτου της άντρα, μια σφαίρα που είλκε την ωστική της δύναμη από τον ιρλανδικό αγώνα για ανεξαρτησία. Εκείνη είχε τραπεί σε φυγή από την πατρίδα της κυνηγημένη από την καταδίκη εις θάνατο του αρραβωνιαστικού της που, όπως ο πατέρας της, ανήκε στην Αστυνομία του Δουβλίνου με το παλιό βρετανικό καθεστώς. Η προδικασμένη σφαίρα τον βρήκε τελικά σε μια γκαλερί του Σικάγο μπροστά στην αυτοπροσωπογραφία του Βαν Γκογκ, στην οποία είχε αναγνωρίσει εμβρόντητος τον εαυτό του. Και εδώ το αντικαθρέφτισμα δύο παρόμοιων ειδώλων αποδεικνύεται προάγγελμα θανάτου σε ένα εξαίσιο στιγμιότυπο, όπου το νεκρό σώμα κάτω ακριβώς από το ασάλευτο και αθάνατο πρόσωπο του πίνακα έδειχνε σαν φρικτή επιγραφή. Όταν μετά από καιρό ο Μπιλ αποφασίζει να δοκιμαστεί στον πόλεμο της εποχής του, η Λίλι αντικρίζει πάνω του ένα ημιτελές πορτρέτο, σημάδι της αποτυχίας της να αποτρέψει μια ακόμα απώλεια.

Στο μικρό της σπίτι στα Χάμπτονς η Λίλι γράφει στο τραπέζι της κουζίνας με την κόκκινη φορμάικα ξετυλίγοντας το αιματόβρεχτο νήμα της ζωής της, που μια ζωή ολόκληρη αναριγούσε από τον ακατάπαυστο τρόμο αλλά και από την ντροπή, επειδή ο τρόμος πάντα τη νικούσε. Αν οι άντρες που αγάπησε ένιωθαν προορισμό τους την πρώτη γραμμή, εκείνη έμεινε στα μετόπισθεν, όχι όμως ασφαλής από την απειλή του αφανισμού. Διότι η θανατική ποινή που είχε εκδικαστεί στο Δουβλίνο εκκρεμούσε ακόμη εις βάρος της και ήξερε καλά πως ο διώκτης της δεν θα δυσκολευόταν να εκπορθήσει τη γη Χαναάν, τη γη άλλωστε μιας αθετημένης λύτρωσης. Αυτός ο σκιώδης άντρας, δικαιούχος της σφαίρας που τη σημάδευε, ήταν εντέλει ο μόνος που δεν έφυγε ποτέ από το πλευρό της. Μέχρι το αντάμωμά τους εκείνη συνέχιζε να δίνει τη μάχη της σε έναν πόλεμο μικροσκοπικό που το μέτωπό του όριζαν οι γωνίες του σπιτιού της και μέσα εκεί πάλευε να μη γίνει στάχτη από τα αποκαΐδια με τα οποία διαρκώς την έραιναν οι μεγάλοι πόλεμοι. Γνώριζε πως οι μικρές της μάχες συνεπάγονταν και μικροσκοπικές νίκες, όμως η Λίλι αδημονούσε για αυτές ακριβώς τις επουσιώδεις ιαματικές στιγμές, για την απλή ευχαρίστηση, λόγου χάριν, ενός καλομαγειρεμένου φαγητού. Δεν ήθελε τις μεγάλες μάχες, «που συνθλίβουν και σκοτώνουν τον νικητή», προτιμούσε «τη χάρη και τη σωτηρία μιας σος ολαντέζ που ’χει δραπετεύσει απ’ όλα τα ενδεχόμενα της μαγειρικής καταστροφής κι απλώνεται σαν κίτρινη προσευχή σ’ ένα αφράτο φιλέτο μπακαλιάρου – νικηφόρα».

Μπορεί η Λίλι να ήταν εντελώς ανίσχυρη μπροστά στην απόγνωσή της και υπόλογη στο Θεό για την αμαρτωλή της απόφαση, καθώς στον επουράνιο παράδεισο είχε πλέον εναποθέσει το εναπομείναν μερίδιό της στην ελπίδα, πίστευε ωστόσο πως ήταν ένα «ευγνώμον λείψανο». Είχε δει τα λευκά ρείκια να μεταμορφώνονται στη μνήμη της σε ποίημα και τραγούδι, είχε νιώσει κατάστηθα πόσο ευάλωτο ήταν το σώμα στο ατσάλι μιας σφαίρας, αλλά και πώς έλιωνε μέσα σε ένα άλλο σώμα και πώς σπάραζε από την πλησμονή της αγάπης. Ο Σεμπάστιαν Μπάρυ, ένας αριστοτεχνικός συλλέκτης της λεπτομέρειας, στην καταληκτική σκηνή του μυθιστορήματος ενορχηστρώνει μια μαγευτική χορογραφία χρωμάτων που αποκαλύπτονται αργόσυρτα στο βλέμμα της ηρωίδας, το οποίο λίγο πριν σβήσει για πάντα τα κατευόδωνε, αφήνοντάς τα να νικηθούν από το σκοτάδι. Καθώς τα χρώματα αφαιρούνταν από το μικρό της σπίτι για να το παραδώσουν στις σκιές, ο νεκρός εγγονός κατακυρίευε το χώρο και η Λίλι τον υποδεχόταν έτοιμη, αναγνωρίζοντας σε αυτόν τον ψυχοπομπό της.

«Ω ναι, το πιστεύω πως η ψυχή του ανθρώπου είναι ένα τόσο δα πραματάκι, και πολύ φοβάμαι πως δεν το πολυάγγιξε η εξέλιξη. Είναι μια αχνή κι αόριστη ιδέα, δίχως καν μια κόγχη δική της μες στο σώμα. Κι ωστόσο είναι το μόνο μας απόκτημα που θα ζυγιάσει ο Θεός».

Η τελευταία πράξη της ζωής της ήταν τώρα να μεταφέρει το σώμα της ελαφρύ από κάθε πόνο στην πατρώα γη των νεκρών, όπου οι μονάκριβες ψυχές που είχε αναγκαστεί να αποχαιρετήσει θα την καλωσόριζαν και πάλι. Δεν ήταν τίποτα πια η απόσταση που είχε να διανύσει μέχρι το τίποτα. Μια ελάχιστη χειρονομία αρκούσε και ο νόστος της για το επέκεινα θα είχε πληρωθεί.

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes