Η εργασία που γίνεται χωρίς ελπίδα μαζεύει νέκταρ μέσα σ' ένα κόσκινο 


τεύχος 6
Νοέμβριος 2015

Υπόθεση Πίστης

της Λίνας Πανταλέων

tristan_g

Tristan Garcia

Η καλύτερη πλευρά των ανθρώπων

μτφρ.: Μαρία Γαβαλά

εκδόσεις Πόλις (2011), σ. 356

 

 

 

«Είμαστε κάτι που θα πάψει να είναι οτιδήποτε».

 

Henri_Matisse_-_Young_Woman_in_a_Blue_Blouse_Portrait_of_Lydia_Delectorskaya_the_Artists_SecretaryΗ Ελιζαμπέτ Λεβαλουά δεν φοβάται τη στιγμή που ο θάνατός της θα διαρπάξει ό,τι εκείνη υπήρξε, αλλά σπαράζει από την επίγνωση πως ο θάνατος του μοναδικού  της φίλου αφάνισε διαπαντός την καλύτερή του πλευρά. Ο Γουίλιαμ Μιλέρ ανήκε στους ανθρώπους που η καρδιά τους ήταν ό,τι καλύτερο διέθεταν και γι’ αυτό την κρατούσαν μόνο για τον εαυτό τους. Η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά και έτσι χάθηκε ανέκκλητα η ευκαιρία να αποτυπωθεί ο αντίκτυπός της στη μνήμη των άλλων. Μόνο η Ελιζαμπέτ είχε βεβαιωθεί για αυτό το απόκρυφο κοίτασμα καλοσύνης, επειδή δεν την έπειθε η ακατάσχετη, παρορμητική κακία του Γουίλι. Κλείνοντας την αφήγησή της αναγκάζεται να παραδεχθεί πως η «καλύτερη πλευρά των ανθρώπων, που μένει κλεισμένη μέσα στην καρδιά τους, μιας και δεν έχουν τίποτ’ άλλο, μέχρι την τελευταία τους ώρα, αυτή ζει αλλά και πεθαίνει μαζί τους».

Ο Τριστάν Γκαρσιά (γεν. 1981), απόφοιτος της École normale supérieure, διδάκτωρ φιλοσοφίας και συγγραφέας τριών φιλοσοφικών βιβλίων, στο πρώτο του μυθιστόρημα αποτυπώνει μέσα από τα διασταυρούμενα βιώματα ενός τετραμελούς θιάσου το μεταβατικό διάστημα από το μέσον της δεκαετίας του ’80 στη σημερινή εποχή. Από τους τέσσερις πρωταγωνιστές του επιλέγει την Ελιζαμπέτ για να της αναθέσει το έργο της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, μιας αφήγησης ανδροκρατούμενης. Όμως η Ελιζαμπέτ είναι ιδανική για αυτή τη δουλειά καθώς λόγω ιδιοσυγκρασίας και επαγγελματικής έξεως είχε μάθει να παραμένει στο φόντο και να μιλά στο βαθμό που τα λόγια της αφορούσαν τους άλλους. Όταν αρχίζει την εξιστόρησή της είναι τριάντα τριών ετών, παρ’ όλα αυτά την τρομάζει το γεγονός ότι σαρανταρίζει, καστανή και γερό ποτήρι, γράφει για θέματα πολιτισμού στην εφημερίδα Libération, διαβάζει πολύ, χωρίς όμως να έχει συγκεκριμένες αναγνωστικές προτιμήσεις αφού το διάβασμα είναι για εκείνη και επάγγελμα, είναι μορφωμένη και ευγενική, ξέρει να αντεπεξέρχεται στις επιταγές της κοινωνικότητας, έλκεται από άνδρες κάποιας ηλικίας και μέχρι να βρει τον έρωτα αρκείται να είναι ερωμένη του Ζαν-Μισέλ Λεμποβίτς, του τρόπον τινά μέντορά της. Η συνάντησή της με τον Γουίλιαμ Μιλέρ της έδωσε τη συναρπαστική δυνατότητα να αποκολληθεί από τα συμπλέγματα της κόρης καλής οικογένειας και να δοκιμάσει να ξεντυθεί από τον αστικό συντηρητισμό της. Ανατρέχοντας στην περίοδο που περιέθαλπε τον ανεξημέρωτο Γουίλι υποθάλποντας την αυταπάτη της σπουδαιότητάς του, συνειδητοποιούσε πως το δέσιμό της μαζί του, τόσο αδήριτο κάποτε, σε βαθμό ψύχωσης, συνιστούσε την κορυφαία στιγμή της ζωής της. Ο Γουίλι ήταν εν μέρει και δικό της έργο το οποίο ο θάνατός του της στερούσε. Γνωρίζει εκ των προτέρων πως η αφήγησή της δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει επιχείρημα της μοναδικότητάς του και γι’ αυτό το μόνο που φιλοδοξεί είναι να καταφέρει να διαφυλάξει άθικτο, μέσω της μνήμης και της γραφής, ό,τι ο Γουίλιαμ Μιλέρ την έκανε να αισθανθεί για αυτόν.

Πέρα από τον Γουίλι, η Ελιζαμπέτ στο μυθιστόρημα επιχειρεί την αποτίμηση της σχέσης της με δύο ακόμα άνδρες, τον Ντομινίκ και τον Ζαν-Μισέλ, στο πλευρό των οποίων υποχρεώθηκε να υποδυθεί διαφορετικούς ρόλους. Εκείνη γίνεται το κάτοπτρό τους, ενόσω οι ανδρικοί αντικατοπτρισμοί τής επιστρέφουν σε θραύσματα την ψυχοσύστασή της. Στο τέλος του βιβλίου δεν δυσκολεύεται να παραδεχθεί την εγγύτητα του προσώπου της με αυτό του Γουίλι, του οιωνεί γιου της. Αν ο Ντομινίκ και ο Ζαν-Μισέλ αναλογίζονταν με αμηχανία και τρόμο τα σημεία σύγκλισης ανάμεσα σε εκείνους και τους πατέρες τους, για να αποδείξουν εντέλει με την επιστροφή τους στην πατρογονική αφετηρία πως η καταγωγή ισοδυναμεί με πεπρωμένο, η Ελιζαμπέτ αποζητά τον βαθύ εαυτό της, με όλες τις μειονεξίες του, στην αδιαπραγμάτευτη αγάπη της για τον Γουίλι. Ο τελευταίος είχε εγκαταλείψει το θλιβερό σπίτι της μητέρας του στην Αμιέν, ορμώμενος από την ακατάσχετη ανάγκη του για ελευθερία, και μετά από μερικά χρόνια εγωμανούς παραζάλης και αυτοκαταστροφικού θριάμβου στο Παρίσι, κατέληξε στο ίδιο σπίτι, κλεισμένος σε μια τεφροδόχο.

Ο Γουίλι βρέθηκε στο Παρίσι το 1989, όταν το κίνημα υπέρ της χειραφέτησης των ομοφυλόφιλων βρισκόταν σε έξαρση, πυροδοτούμενο και από την εξάπλωση του έιτζ. Η εκκεντρική του παρουσία, ενδυματολογικά και γλωσσικά, η αχαλιναγώγητη παραφορά του και η διάπυρη επιθυμία του να γίνει θέαμα και να αποθεωθεί για την αποκοτιά του δημόσιου ξεγυμνώματός του, τον έχρισαν είδωλο της γκέι κοινότητας. Ο Γουίλι έκθαμβος που είχε αποκτήσει κοινό και με την πεποίθηση πως ενσάρκωνε στο έπακρο την εποχή του, με εκπληκτική ανοσία στον αυτοεξευτελισμό, ξεσπά, όταν και όπου βρίσκει βήμα, σε φρενιασμένες, ασυνάρτητες αμπελοφιλοσοφίες που ανήγαν την ομοφυλοφιλία σε πολιτικό ζήτημα και διέβλεπαν στην εκστρατεία για την πρόληψη του έιτζ μια ηθικολογική προπαγάνδα. Η ανοικονόμητη ρητορική του εκρήγνυτο σαν αστραποβόλο πυροτέχνημα, θνησιγενές ωστόσο. Ο Ντομινίκ και ο Ζαν-Μισέλ έγιναν για λίγο συνομιλητές του, αποθρασύνοντας έτι περαιτέρω την πολεμική του, με αμφίπλευρο στόχο την εκμηδένισή του. Σε αυτή την τριπλή διαλεκτική σύγκρουση, με διαρκείς αντιμεταθέσεις από το ιδιωτικό στο δημόσιο, ο Τριστάν Γκαρσιά αποκαλύπτει το εντυπωσιακό εύρος του στοχασμού του και το αμιγώς φιλοσοφικό υπόβαθρο της μυθοπλασίας. Στους διαξιφισμούς των τριών ανδρών η μνησικακία και η μεγαλομανία αλιεύουν πολεμοφόδια από την πολιτική συγκυρία και το ιστορικό παρελθόν, που μετατρέπονται με την επίκλησή τους σε πρόσχημα ενός ανυπόστατου υβρεολόγιου. Η ομοφοβία και ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, το κράτος του Ισραήλ, οι διεκδικήσεις των Παλαιστινίων, η απειλή του ισλαμιστικού κινήματος, οι εξεγέρσεις στα παρισινά προάστια, μπαίνουν όλα στη φαρέτρα στο όνομα της πίστης στο μίσος, ετερόμορφο για τον καθένα από τους τρεις. Ο ακαλλιέργητος Γουίλι εισέβαλε στην αρένα υπερβολικά αισιόδοξος για την ανθεκτικότητα της εγωπάθειάς του και μολονότι ούτε οι άλλοι δύο βγήκαν αλώβητοι, εκείνος είδε τις μεγαλόφρονες ψευδαισθήσεις του να αποδεκατίζονται. Ο Ντομινίκ και ο Ζαν-Μισέλ αντεπιτέθηκαν στον αντεργκράουντ προσηλυτισμό του υπέρ «των μη προστατευμένων σεξουαλικών επαφών» με τον οπλισμό των διανοουμένων που και οι δύο ήταν. Αμφότεροι είχαν δεξιότητα στις απότομες προσγειώσεις μετά από παράτολμα διαλεκτικά άλματα. Ο Ντομινίκ, ένας επιζώντας της δεκαετίας του ’80, εμφορούνταν από την ανάμνηση των χρόνων της «Μεγάλης Χαράς», της σεξουαλικής γιορτής πριν το έιτζ, αλλά και της εκατόμβης των φίλων του και δεν μπορούσε να αντικρίσει στον Γουίλι τίποτα πιο πρωτότυπο από έναν γιο που ήθελε να σκοτώσει τον πατέρα του. Ήταν ένας νεαρός που είχε φτάσει ξαναμμένος, αν και πολύ αργοπορημένος, στο πεδίο της μάχης και βάλθηκε να επινοήσει έναν πόλεμο χάριν γούστου. Ο Ζαν-Μισέλ Λεμποβίτς, από το άλλο μέρος, αξιοθαύμαστος για την τυχοδιωκτική του διανοητικότητα, δεν ήταν διατεθειμένος να απονείμει στον Γουίλι παρά τον τίτλο του «αντεργκράουντ εκπροσώπου του μεγάλου ό,τι να’ναι που περνούσε για στάση ζωής». Εχθρός της ομοφωνίας του συρμού, πρέσβευε μετ’ επιτάσεως πως η ευφυΐα είναι εξ ορισμού αντιδημοκρατική, ζήτημα ιεράρχησης, και πως η αίολη επιχειρηματολογία του Γουίλι καταδείκνυε ακριβώς την αποτυχία της ευφυΐας, όντας το πνεύμα του σύγχρονου κενού, μια «ψευδο-σκέψη» εν ολίγοις. Ο Ντομινίκ και ο Ζαν-Μισέλ συνυπογράφουν τελικά ένα βιβλίο όπου κηρύσσουν το τέλος των ιδεολογιών, συνεπώς και των εχθροπραξιών, φέρνουν την Αριστερά εγγύτερα στη Δεξιά, δίνοντας έτσι άφεση στις αμαρτίες του παρελθόντος, επισφραγίζοντας τη μεταξύ τους ειρήνη και θριαμβολογώντας για την κοινή τους κατίσχυση επί της αρχετυπικής φιγούρας του «Ανεύθυνου», του αρνητή των σύγχρονων θεσμών, κάτω από την οποία υπέφωσκε, σαν γραμμένο με συμπαθητική μελάνη, το πρόσωπο του Γουίλιαμ Μιλέρ. Φυσικά δεν παραλείπουν να καταθέσουν στεφάνια στον Άλλο, το πάγιο διακύβευμα μιας φιλελεύθερης κοινωνίας.

Ο Ζαν-Μισέλ είχε γράψει σε ένα πρώιμο δοκιμιακό του έργο πάνω στην υπόσχεση πως το «να αγαπάς σημαίνει ότι δεσμεύεσαι να αγαπάς ακόμα κι όταν δεν αγαπάς πια καθόλου, από σεβασμό προς την υπόσχεση που έχεις δώσει, να θέλεις να αγαπάς για πάντα». Μπορεί ο Γουίλι να ήταν ανίκανος να αντιληφθεί την ύπαρξη των άλλων, αλλά είναι ο μόνος από τους τρεις άνδρες του μυθιστορήματος που παρέμεινε πιστός στην εις εαυτόν υπόσχεση να είναι στον υπέρτατο βαθμό και μέχρι την τελευταία ανάσα κάποιος, κάποιος τον οποίο θα μπορούσε να αγαπά. Σε αντίθεση με τους άλλους δύο δεν φοβόταν να παραδεχθεί πως καλό είναι αυτό που αρέσει σε εσένα τον ίδιο και πως η ηδονή είναι, εν πολλοίς, επιθυμία μονομερής. Ο Ντομινίκ και ο Ζαν-Μισέλ στον κοινό τους απολογισμό ευαγγελίζονται με όψιμη μετριοπάθεια μια κοινωνία αποκαθαρμένη από πάθη, την ίδια στιγμή που ο Γουίλι επιλέγει να κάνει το νεκρό του σώμα στάχτες, νεύοντας προς έναν νέο ανθρωπισμό, όταν η ανθρωπότητα θα ανήκει καθολικά στους ζωντανούς και δεν θα έχει σκελετούς στα σωθικά της. Ο Τριστάν Γκαρσιά, με βλέμμα αριστοτεχνικό στις εμβαθύνσεις του, παρακολουθεί τις ασύνειδες όσο και εσκεμμένες χειρονομίες των ηρώων του να ιχνηλατούν τις προαιώνιες τροχιές της αρετής και της κακίας.

LastTapes cover 6

NewsLetter

Εγγραφείτε στο newsletter των LastTapes